Σίνο-ρωσικός άξονας Συνεργασία αλλά και ανταγωνισμός

Αναλυτής στο Ερευνητικό Ινστιτούτο Ευρωπαϊκών και Αμερικάνικων Μελετών (RIEAS)

Η εξωτερική πολιτική ασκείται με βάση την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων, συμμαχίες διαλύονται και άλλες δημιουργούνται με ένα και μόνο στόχο την προσαρμογή στα γεωπολιτικά δεδομένα. Οι συνεργασίες ανάμεσα σε μεγάλες δυνάμεις μπορεί να αποδειχτούν εφήμερες, αφού o ανταγωνισμός και η δυσπιστία πάντα υπάρχει στις σχέσεις τους και επανεμφανίζονται όταν περιοριστεί η κοινή απειλή.
Η Ρωσία και η Κίνα είναι δυο μεγάλες πυρηνικές δυνάμεις, μόνιμα – κράτη μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών που έχουν συστήσει ένα κοινό μέτωπο ενάντια στην παγκόσμια αμερικάνικη ηγεμονία. Το Πεκίνο και η Μόσχα προωθούν το πολυμερισμό στη λήψη αποφάσεων για τις παγκόσμιες υποθέσεις και αντιδρούν στο μονομερισμό της Ουάσινγκτον. Οι δυο μεγάλες δυνάμεις επιδεικνύουν τη συνεργασία τους και με κοινή συμμετοχή σε οικονομικούς και στρατιωτικούς οργανισμούς. Ρωσία και Κίνα αποτελούν κράτη – μέλη της ομάδας των αναδυόμενων οικονομιών BIRCS (μαζί με Βραζιλία, Ινδία, Νότια Αφρική) και είναι και η αιχμή του δόρατος της στρατιωτικής συμμαχίας Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) με επίκεντρο την Κεντρική Ασία.
Όμως η παράμετρος που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την πορεία των ρώσο-σινικών σχέσεων είναι η αμερικάνικη απειλή που όμως όταν εκλείψει τότε τα δεδομένα στη συνεργασία Κίνας και Ρωσίας ενδέχεται να μεταβληθούν. Τα δύο κράτη έχουν τα δικά τους πεδία ανταγωνισμού όπως την ενέργεια, τον έλεγχο της Κεντρικής Ασίας και το καθεστώς της Αρκτικής. Το ερώτημα που εγείρεται είναι εάν η συνεργασία Ρωσίας και Κίνας είναι βιώσιμη και μακροπρόθεσμη ή συγκυριακή και εφήμερη.

Σινο-ρωσική συνεργασία συμφερόντων

Τα μετά-ψυχροπολεμικά γεωπολιτικά δεδομένα και η ενδυνάμωση της αμερικάνικης υπερδύναμης (ιδιαίτερα με τις ενέργειες της νεοσυντηρητικά κυβέρνησης Μπους 2001- 2009) έφεραν πιο κοντά Ρωσία και Κίνα. Η διάδοχος της Σοβιετικής Ένωσης, Ρωσία, για πρώτη φορά μετά από σχεδόν μια χιλιετία δεν επιζητούσε να κατακτήσει άλλες χώρες. Η άνοδος της Κίνας και η αύξηση της στρατιωτικής της ισχύς, από την πλευρά τους, δεν προκάλεσαν πανικό στη Μόσχα. Η ρωσική στάση οφείλεται σύμφωνα με ανάλυση του Κέντρου Ευρωπαϊκής Μεταρρύθμισης σε τρεις βασικούς παράγοντες: (α) ότι η Μόσχα εστιάζεται στις ΗΠΑ, (β) ότι οι Ρώσοι πιστεύουν ότι οι γεωπολιτικές φιλοδοξίες του Πεκίνου κατευθύνονται προς Ανατολή και Νότο και όχι προς Βορρά ή ακόμα και προς Δύση και (γ) ότι η Μόσχα γνωρίζει πολύ καλά ότι η Κίνα αντιμετωπίζει δυσκολίες που θα την κρατήσουν απασχολημένη για μεγάλο διάστημα.

Το Πεκίνο από την πλευρά του θεωρεί την υποβάθμιση της Ρωσίας από το status της Σοβιετικής υπερδύναμης της σε μια απλά δεύτερης τάξεως μεγάλη δύναμη, ως την πιο ουσιώδες αλλαγή του μεταψυχροπολεμικού κόσμου.

Οι σχεδιαστές της κινέζικης εξωτερικής πολιτικής εκτιμούν ότι η Ρωσία παραμένει σημαντική για τη χώρας τους διότι διαδραματίζει ρόλο αντίβαρου στις σχέσεις της Κίνας με τους ανταγωνιστές της. Η Κίνα νιώθει την απειλή της Ουάσινγκτον που είναι σύμμαχος με την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα. Παράλληλα η αναδυόμενη Ινδία εμφανίζεται ως ένας μελλοντικός μεγάλος ανταγωνιστής της Κίνας. Την ίδια στιγμή η συμμαχία ΗΠΑ και Πακιστάν αποδυναμώνεται ενώ οι σχέσεις ΗΠΑ και Ινδίας ενδυναμώνονται. Επιπλέον η αποχώρηση των αμερικάνικων δυνάμεων από το Αφγανιστάν ενδέχεται να εντείνει τον ανταγωνισμό μεταξύ Ινδίας και Κίνας για τον έλεγχο της Νότιας και Κεντρικής Ασίας.

Ανταγωνισμός για επιρροή

Η συνεργασία των δυο μεγάλων δυνάμεων, Ρωσίας και Κίνας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υποβαθμιστεί αλλά όμως αναπόφευκτα περιλαμβάνει και εκατέρωθεν ανταγωνιστικούς γεωπολιτικούς σχεδιασμούς. Η ενέργεια έχει πλέον εξελιχθεί σε βασική αιτία γεωπολιτικού ανταγωνισμού μέσα στο διεθνές μεταψυχροπολεμικό σύστημα ασφαλείας. Η ενέργεια είναι εξίσου ζωτικής σημασίας τόσο για τη Κίνα όσο και για τη Ρωσία. Το Πεκίνο κάνει έρευνα σε όλο τον πλανήτη για να εντοπίσει πηγές ενεργείας ώστε να τροφοδοτήσει την κινέζικη αναπτυξιακή μηχανή και υιοθετεί μια επιθετική εξωτερική πολιτική. Η Ρωσία από την πλευρά της είναι μια από τους μεγαλύτερους παραγωγούς υδρογονανθράκων σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Κεντρική Ασία εξαιτίας των πλουτοπαραγωγικών πηγών και των οδών μεταφορά τους αποτελεί σημαντικό πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των δυο συνεργατών. Η Κίνα επιδιώκει, σύμφωνα με αναλυτές, να αναλάβει τον έλεγχο από τη Ρωσία και αποδεικνύεται από το γεγονός του ανοίγματος του αγωγού φυσικού αερίου Κεντρικής Ασίας – Κίνας (Τουρκμενιστάν- Κίνας) στα τέλη του 2009.

Η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης μετέβαλλε τις γεωπολιτικές ισορροπίες καθώς έσπασε το ενεργειακό μονοπώλιο της Ρωσίας και έδωσε την ευκαιρία στα πλούσια σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο κράτη της Κεντρικής Ασίας και της Κασπίας να αποκτήσουν πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Η Κεντρική Ασία θεωρείται παραδοσιακή σφαίρα επιρροής της Ρωσίας που επιδιώκει την αποκλειστική εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών και των οδών μεταφορά τους. Όμως η Κίνα θεωρεί επιτακτική την παρουσία της μέσα στην Κεντρική Ασία για να προστατεύσει την περιφέρεια της δημιουργώντας φιλικές σχέσεις με τα γειτονικά κράτη της συγκεκριμένης περιοχής. Η Κίνα φοβάται ότι μια αστάθεια στην Κεντρική Ασία θα προκαλέσει ένα κύμα τρομοκρατίας και εξτρεμισμού που θα επεκταθεί στα σύνορα της και θα ενισχύσει τις αποσχιστικές τάσεις της μουσουλμανικής μειονότητας των Ουιγούρων της επαρχίας Ξινγιάνγκ.

Η Κίνα και η Ρωσία έχουν διαφορετικές στρατηγικές και στο θέμα της εκμετάλλευσης της Αρκτικής. Η αλλαγή των φυσικών συνθηκών της περιοχής την έχει καταστήσει αντικείμενο ενός εντόνου ανταγωνισμού ανάμεσα στα παράκτια κράτη και στα μη. Η ελεύθερη διέλευση και τα δικαιώματα εξόρυξης των ενεργειακών πηγών προκαλούν οικονομικές και γεωπολιτικές παρενέργειες. Η Ρωσία επιθυμεί η Αρκτική να διαιρεθεί και να διανεμηθεί στα πέντε παράκτια κράτη (ΗΠΑ, Καναδάς, Δανία, Νορβηγία και σε αυτή). Η Κίνα από την πλευρά της που δεν ανήκει στους πέντε, θέλει η Αρκτική να είναι ανοιχτή προς όλες τις χώρες καθώς αναγνωρίζει τη σημασία που θα έχει ο έλεγχος των νέων οδών της Αρκτικής σε οικονομία, ναυσιπλοΐα και γεωπολιτική.

Συμπεράσματα

Η συνεργασία Κίνας και Ρωσίας προσπαθεί να επιβάλει τον πολυμερισμό στη λήψη αποφάσεων, να επαναφέρει την αξιοπιστία των Ηνωμένων Εθνών και το σεβασμό της εδαφικής κυριαρχίας των κρατών. Ο κοινός στόχος είναι ο περιορισμός παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ που απειλούν τη Ρωσία με την επέκταση της αμερικάνικης αντιβαλλιστικής ασπίδας στην ανατολική Ευρώπη και ανησυχούν έντονα την Κίνα με την μετατόπιση της αμερικάνικης στρατηγικής προς την Ασία και τον Ειρηνικό. Όμως οι ΗΠΑ δεν είναι αυτές που ήταν, καθώς δοκιμάζονται από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και διότι οι αντοχές των στρατιωτικών τους δυνάμεων έχουν φτάσει στα όρια τους με τις περιπέτειες σε Ιράκ και Αφγανιστάν. Η αμερικάνικη υπερδύναμη φαίνεται να φθίνει καθώς εμφανίζεται διστακτική και στο να καθοδηγήσει μια διεθνή στρατιωτική εισβολή στη Συρία κατά του καθεστώς της Δαμάσκου και να διεξάγει μαζί με το Ισραήλ ένα προληπτικό χτύπημα κατά των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων. Η συνεργασία Μόσχας και Πεκίνου μόλις αρχίσει να απομακρύνεται ο αμερικάνικος κίνδυνος ενδέχεται να παρουσιάσει ρωγμές αναδεικνύοντας τα πεδία των ανταγωνισμών που πάντα ήταν με προσεκτικό τρόπο ενεργά αλλά δεν προκαλούσαν. Ο ανταγωνισμός για επιρροή σε επίπεδο μεγάλων δυνάμεων δεν αφήνει περιθώρια για λάθος εκτιμήσεις και κινήσεις που θα απολέσουν το πλεονέκτημα και το γνωρίζουν πολύ καλά τόσο το Πεκίνο όσο και η Μόσχα.

Δημοσιεύτηκε στα «Επίκαιρα», Τεύχος 153, 20/9- 26/9 2012

Γιώργος Ξ. Πρωτόπαπας