Η θρησκεία και ο ρόλος της κατά την τουρκική επίθεση τον Αύγουστο του 1922

Γράφει ο Στρατής Χαραλάμπους*

Σε  λίγες μέρες( 13 /26  Αυγούστου , π. η. /ν. η. )   συμπληρώνονται  95 χρόνια από τη μεγάλη τουρκική επίθεση , που οδήγησε στην κατάρρευση του μετώπου του Αφιόν Καραχισάρ[1]  και  στην εγκατάλειψη της Μικράς Ασίας από τον Ελληνικό Στρατό ,  με όλα τα επακόλουθα .

Ο  Κεμάλ   καίτοι το 1923 στην προσπάθεια του να ιδρύσει το σύγχρονο  τουρκικό κράτος , κατάργησε το Χαλιφάτο της Κωνσταντινούπολης , κρέμασε θρησκευτικούς ηγέτες (κυρίως ηγέτες θρησκευτικών ταγμάτων ) και  περιόρισε το ρόλο της θρησκείας στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα   της νέας Τουρκίας , εκμεταλλεύτηκε  στο έπακρο  τη θρησκεία  για να επιτύχει τη μεγάλη στρατιωτική νίκη .

Στη Μουσουλμανική θρησκεία  οι πεσόντες κατά τη μάχη αποκαλούνται μάρτυρες( sehitler )   και οι  τραυματίες και γενικά όλοι όσοι   επιζούν από τη μάχη  αποκαλούνται  ήρωες ( gaziler) , πρακτική που  ακολουθείται και σήμερα στην Τουρκία .

Γνωρίζοντας ο Κεμάλ τη μεγάλη ηθική δύναμη που δίνει η θρησκεία στο μαχητή , αν και για τον ίδιο υπάρχουν αντικρουόμενες πληροφορίες για τα θρησκευτικά του πιστεύω , ζήτησε από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση  αρκετές μέρες πριν την επίθεση  να κινητοποιηθεί και να ζητήσει τη στήριξη  του αγώνα   από τους τότε  κατά τόπους θρησκευτικούς λειτουργούς .

Επισημαίνεται ότι  ο  ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας  Σεϊχουισλάμης   ήταν στην Κωνσταντινούπολη   και υπάκουε πλήρως στον   τελευταίο Χαλίφη  Σουλτάνο  Vahideddin  , άρα δεν μπορούσε να εκδώσει εγκύκλιο ( Fetva ) και να κηρύξει ιερό πόλεμο ( Cihat )  κατά των Ελλήνων .

 Οι ενέργειες της τουρκικής εθνοσυνέλευσης κατευθύνθηκαν σε  τρεις άξονες[2] :

– Στις  14/27 Αυγούστου , μια μέρα μετά την επίθεση , ζήτησε από τους κατά τόπους Μουφτήδες να  γίνουν προσευχές στα τζαμιά για την τελική νίκη του τουρκικού στρατού .

Χαρακτηριστική είναι η φράση στην εγκύκλιο του Μουφτή της Άγκυρας Κεμάλ Μπέη ,  που έστειλε σ’ όλους τους  Μουφτήδες της Ανατολής  στις 15/28 Αυγούστου ,  «  ….όπως αυτοί σας πέταξαν έξω από τα σπίτια σας έτσι και σεις να του πετάξτε έξω από τις θέσεις των …».

Σε κάθε πόλη και χωριό που  εγκατέλειπε ο  ελληνικός στρατός  στο τζαμί γινόταν προσευχή  και  οι χοτζάδες δόξαζαν τον Αλλάχ από τους μιναρέδες . Κάθε νίκη του τουρκικού στρατού στο  πεδίο της μάχης  γιορτάζονταν στα τζαμιά  όλης της Ανατολής .

Επίσης οι Μουφτήδες με τα κηρύγματά τους έδωσαν το νόημα  του θρησκευτικού καθήκοντος , στην  υλική βοήθεια προς τις οικογένειες των πεσόντων και των τραυματιών κατά τη μάχη .

– Άλλος τομέας δράσης για την ανύψωση του ηθικού του τουρκικού στρατού μέσω του θρησκευτικού συναισθήματος ήταν ο  τύπος της εποχής,  που ελεγχόταν από την κυβέρνηση της Άγκυρας . Πριν την επίθεση αλλά και κατά τη διάρκεια της οι αρθρογράφοι της εποχής ( köşe Yazarları )  συνεχώς τόνιζαν την ιερότητα του  σκοπού του  πολέμου ( ilahi bir amaç )   και προσπαθούσαν να φανατίσουν τον τούρκο στρατιώτη .  

Αξιοσημείωτη είναι η  προσπάθεια του αρθρογράφου İsmail Sevük  της εφημερίδας ( Ανοικτός Λόγος – Açıksöz )  στο άρθρο του της 15/28 Αυγούστου με τίτλο « Στον Προελαύνοντα  Στρατό-  İlerleyen Orduya» , να παρομοιάσει την αντιπαράθεση των δύο λαών στα πεδία των μαχών ως μάχη της ημισελήνου κατά του Σταυρού . Ως  πειστήριο  χρησιμοποίησε τη φωτογραφία του Βασιλέα Κωνσταντίνου που φιλούσε τον Σταυρό  στο χέρι  του  Εθνομάρτυρα Σμύρνης Χρυσοστόμου , όταν πατούσε το πόδι του στη προβλήτα του λιμανιού της Σμύρνης  το  Μάιο του 1921 .

Την ίδια μέρα στην ίδια εφημερίδα ο Abdulmecit Nuri Bey  τόνιζε ότι  « ….η πολιτική που ακολουθούν  τα κράτη της Αντάτ , δηλαδή οι νικητές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στοχεύει στην εξαφάνιση της μουσουλμανικής θρησκείας και για τον σκοπό αυτό επέλεξαν την Ελλάδα ..» .

– Τρίτος άξονας δράσης της τουρκικής εθνοσυνέλευσης απετέλεσε η υποδαύλιση των  άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων κατά της ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία .

Σημαντικό ρόλο έπαιξε  η  εβραϊκή κοινότητα στην προσπάθεια της  εθνικιστικής κυβέρνησης της Άγκυρας να επιτύχει  διεθνή αναγνώριση και να υποσκελίσει την κυβέρνηση του Σουλτάνου . Ο  πρώην  αρχιραβίνος ( Hahambaşı ) Hayin Naum Efendi ,  επί δυόμιση χρόνια  δηλαδή αμέσως μετά την απόβαση του Ελληνικού Στρατού στην Σμύρνη , πραγματοποιούσε  περιοδείες σε Ευρώπη και  Αμερική  ασκώντας  προπαγάνδα κατά της Ελλάδας με συνεντεύξεις , ομιλίες και επαφές με ξένους ηγέτες  και με ηγετικά στελέχη του εβραϊκού λόμπυ  . Όταν τον Ιούλιο του 1922 επέστρεψε στην Άγκυρα δέχθηκε τις ευχαριστίες της τουρκικής κυβέρνησης  και του λαού . Ο    ίδιος  περιέγραψε με τα εξής λόγια  τις τουρκικές φιλοφρονήσεις  στις τοπικές εφημερίδες « ….οι  οικονομικοί υπάλληλοι ,  οι υπάλληλου της τοπικής αυτοδιοίκησης , ο λαός , οι μαθητές σε κάθε μέρος μου δείχνουν απεριόριστη εκτίμηση και εύνοια , πως θα ανταποδώσω αυτή την εύνοια ……» . 

Γνωρίζοντας η κυβέρνηση της Άγκυρας τον ηγετικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις ορθόδοξες κοινότητες της Ανατολής και την επίδραση που ασκούσε ,  χρησιμοποίησε ως όχημα την τουρκική[3]  ορθόδοξη κοινότητα της Καισαρείας ( Kayseri )  για να διασπάσει αυτή την σχέση . Με την υποκίνηση της τουρκικής κυβέρνησης η κοινότητα στις 22 Ιουλίου 1922 , δηλαδή λίγο πριν την επίθεση , εξέδωσε την εβδομαδιαία εφημερίδα « Η  Φωνή της Ορθοδοξίας στην Ανατολή –  Anadolu’da Ortodoksluk Sadası ) , μέσω της οποίας ασκούσε προπαγάνδα  κατά της Ελλάδας και κυρίως κατά του Πατριαρχείου . Στις 18  Ιουλίου 1922 διέκοψε τις σχέσεις με το Φανάρι  και  στις 30 Ιουλίου ζήτησε από τις ορθόδοξες κοινότητες της Ανατολής να κάνουν το ίδιο  . Αργότερα η κοινότητα αυτή και άλλοι  ορθόδοξοι υποκινούμενοι από υλικά κίνητρα απετέλεσαν του Ορθόδοξο Τουρκικό Πατριαρχείο , που αποτέλεσε το μέσο για τη μείωση της Οικουμενικότητας του Φαναρίου ,  χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα .

Παράλληλα η κυβέρνηση της Άγκυρας ζήτησε και έλαβε από τις τότε θρησκευτικές μουσουλμανικές ηγεσίες άλλων χωρών την ηθική υποστήριξη στον αγώνα κατά του Ελληνικού Στρατού ( Αφγανιστάν , Ιράν  , Αζερμπαϊτζάν ,Ινδία κλπ ) . Ο  Σεϊχουισλάμης της Αλεξάνδρειας με εγκύκλιο του ζήτησε αντί τη θυσία  κάποιου ζώου στο Kurban Bayramı να προσφέρουν οι πιστοί μουσουλμάνοι τα χρήματα για τη περίθαλψη των τραυματιών και την ενίσχυση των οικογενειών των πεσόντων τούρκων .

Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για τη μεγάλη τουρκική επίθεση  καθημερινά στις μονάδες γινόταν προσευχή  και η τελευταία έγινε τη νύκτα 12/13 ( 26/27) Αυγούστου στους χώρους εξόρμησης  πριν δοθεί το σύνθημα για την έναρξη της επίθεσης . Η  ανύψωση του ηθικού του τούρκου στρατιώτη ,  με την  υποκίνηση του θρησκευτικού μίσους κατά του αντιπάλου ,  φάνηκε ολοκάθαρα το πρωί της 13/26 Αυγούστου 1922 όταν με πάθος και αυταπάρνηση χωρίς να υπολογίζει τα μαζικά ελληνικά πυρά επιτίθετο κατά των κέντρων αντίστασης της γραμμής του Αφιόν Καραχισάρ .

Η  εικόνα  αυτή περιγράφεται ένα χρόνο πριν με  γλαφυρότητα     από τον στρατιώτη Λευτέρη Γ. Παρασκευαϊδη στη σελίδα 213 του βιβλίου του[4]  : Το πρωί της 28 Αυγούστου 1921 στο Πολατλί λίγο πριν την  Άγκυρα  ο στρατιώτης από τη Μυτιλήνη  της VII Μεραρχίας Πεζικού  ( πρώην Αρχιπελάγους και νυν 98ΑΔΤΕ )  γράφει « …Μόλις πλησίασαν τα υψώματα άρχισαν τους  αλαλαγμούς Αλλάχ ..Αλλάχ και με  εφ’ όπλου λόγχη σκαρφάλωναν στα υψώματα αψηφώντας τα πάντα . Τα πολυβόλα , οι χειροβομβίδες  και ακόμα οι οβίδες του πυροβολικού πέφτουν βροχή κατ’ επάνω τους χωρίς αποτέλεσμα . Δεν δίνουν σημασία στους νεκρούς και τραυματίες που πέφτουν δίπλα τους . Κείνοι ατάραχοι προχωρούν και ανεβαίνουν το ύψωμα ….» .

Το θρησκευτικό συναίσθημα είναι τόσο ισχυρό και κατάλληλα χρησιμοποιούμενο από τους ειδικούς του ψυχολογικού πολέμου μπορεί να οδηγήσει    ένα στρατό ή γενικά ένα εξοπλισμένο τμήμα  ή και  μεμονωμένα άτομα να προβούν σε ενέργειες( θετικές και αρνητικές ) ,  που υπό κανονικές συνθήκες είναι αδύνατον να πραγματοποιηθούν . Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν αναρίθμητα στην ιστορία αλλά και στην σημερινή εποχή    στις πολλαπλές συγκρούσεις που εξελίσσονται  , που ανάλογα με το πρίσμα που το βλέπει κάποιος τις  «βαφτίζει»  απελευθερωτικό αγώνα ή τρομοκρατία .

  Το συμπέρασμα είναι ότι είναι αδύνατον να  «εκριζώσεις» το θρησκευτικό συναίσθημα ενός λαού , όποια  μέσα και να χρησιμοποιήσεις ,  διότι είναι έμφυτο και ψυχολογική ανάγκη στον άνθρωπο από της εμφανίσεως του στη γη να πιστεύει σε κάτι «ανώτερο» .

Τρανή απόδειξη τούτου αποτελεί η θεωρία του Μαρξισμού-Λενινισμού , η οποία χαρακτήρισε τη θρησκεία ως   «όπιο του λαού» , που όμως παρά τις διώξεις και την περιθωριοποίηση της ,  στα κράτη  όπου  επικράτησε ο κουμμουνισμός ως πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης , μετά το 1989 εμφανίστηκε  στο προσκήνιο ακόμη πιο δυνατή  αν και είχαν περάσει περίπου  πάνω από ογδόντα χρόνια .

*Ο κ.   Στρατής   Χαραλάμπους είναι Αντγος (ΠΒ)  ε.α., Μέλος της  Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών

 

[1] Σχετικό Άρθρο μου με τίτλο << Η  Διάσπαση το Μετώπου στο Αφιόν Καραχισάρ . Η Αρχή του τέλους της Ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία >>  Εφημ. ΕΜΠΡΟΣ  12 Σεπ 2014 .

[2] Μελέτη  του  Uğur  Üçüncü << Türk Basınına göre Büyük Taarruzda Din Olgusu –Το στοιχείο της Θρησκεία κατά την μεγάλη επίθεση σύμφωνα με τον Τουρκικό τύπο >> , Πανεπιστήμιο Kocatepe ö Afyon  .

[3] . Αναφέρεται ως τουρκική αλλά κατά μεγάλη πλειοψηφία ήταν έλληνες που μιλούσαν τουρκικά . Ηγέτης υπήρξε ο Παύλος Καραχισαρίδης ,  που το 1912 χειροτονήθηκε διάκος και το 1915 παπάς με το όνομα Ευθύμιος  και το 1923 χρίστηκε από τον Κεμάλ Πατριάρχης των Ορθοδόξων Τούρκων

[4] Λεφτέρη Γ. Παρασευαϊδη  , Αδελφή Στρατιώτου , Πανεπιστημιακές Εκδόσεις , Θεσσαλονίκη 2008

Νίκος Αρβανίτης