Το Αφρίν δεν «κείται μακράν»

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό που συμβαίνει στη Συρία και την ευρύτερη περιοχή της θυμίζει πολύ τη φάση πριν από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων αναδιαρθρώνονται διαρκώς, και σε αυτό το πλαίσιο οι τελευταίες επιδιώκουν με στρατηγικές κινήσεις της τελευταίας στιγμής να εγκολπώσουν τις παρανοϊκά επεκτατικές κινήσεις του κατά φαντασίαν Σουλτάνου.

Ο τελευταίος, σε ρόλο νέου Hitler, μεθυσμένος από νομιζόμενες κυρίως, ή σε κάθε περίπτωση προσωρινές νίκες, συνεχίζει την τρελή του πορεία στα εδάφη της Συρίας προς το παρόν και ίσως στη συνέχεια και σε αυτά άλλων χωρών, της δικής μας ενδεχομένως συμπεριλαμβανομένης.

Το διεθνές δίκαιο κονιορτοποιείται κάτω από τις ερπύστριες και τις βόμβες του Erdogan, ο οποίος συνάμα έχει διαμορφώσει στο εσωτερικό της χώρας του ένα πολιτικό περιβάλλον παρόμοιο με αυτό που διαμόρφωσε το NSDAP στο εσωτερικό της Γερμανίας: εξαφάνιση κάθε αντίπαλης φωνής μέσα από συστηματικά πογκρόμ και προβοκάτσιες και εκμετάλλευση του συναισθήματος (εν προκειμένω ιδίως του θρησκευτικού αλλά και του εθνικιστικού, στα πλαίσια της εκτεταμένης φτώχειας) ώστε να εργαλειοποιήσει τις ευρείες, φτωχές μάζες για να επιτύχει τους στόχους του.
Φαίνεται ότι το «ανατολικό ζήτημα», το οποίο ουδέποτε έπαψε πλήρως να υπάρχει, περνά σε νέα φάση, με:

Τις ΗΠΑ του Trump να υποχωρούν από την σαφή πρόθεση των Δημοκρατικών να δημιουργήσουν κουρδικό κράτος στην περιοχή ως σημείο αναφοράς τους, στηριζόμενες και πάλι στην Τουρκία (βλέποντας σε αυτή μία ισχυρή στρατιωτική δύναμη και μία μεγάλη πηγή φθηνών εργατικών χεριών ως προς κάποιους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, αλλά και ως μεγάλη αγορά για κάποια προϊόντα).

Την Ρωσία του Πούτιν να στηρίζει τον Άσαντ στην προσπάθειά του να ξεφορτωθεί τους Κούρδους, πάγιο εχθρό και του πατέρα του, οι οποίοι φαίνεται να αμφισβητούν την απολυταρχική εξουσία του με την ίδρυση των δημοκρατικών και πολυεθνικών «Αυτονόμων Καντονιών της Ροτζάβα» (που ναι μεν δεν έχουν κηρύξει ανεξαρτησία και δέχονται ρητά τη συριακή κυριαρχία, έχουν όμως το δικό τους, εξαιρετικά προοδευτικό, σε παγκόσμιο επίπεδο, σύνταγμα και δύσκολα θα εντάσσονταν στο γνωστό, δικτατορικό πλαίσιο διακυβέρνησης του Άσαντ).

Τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να αμφιταλαντεύονται: 

Από τη Γερμανία με τις πολυάριθμες μορφές σύνδεσης με την Τουρκία (Τούρκοι μετανάστες, συχνά μάλιστα και ψηφοφόροι, στη Γερμανία, γερμανικές επενδύσεις στην Τουρκία κλπ, χωρίς όμως να παραβλέπεται από την άλλη πλευρά και η ολοένα αυξανόμενη επιφυλακτικότητα ενός τμήματος του γερμανικού πληθυσμού απέναντι στο Ισλάμ γενικότερα και τους τουρκικής εθνικότητας ή καταγωγής κατοίκους/πολίτες της χώρας ειδικότερα).

Έως τη Γαλλία που έχει επανειλημμένα προσπαθήσει να επιτύχει απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ απαγορευτική της τουρκικής επέμβασης στο Αφρίν, πάντοτε όμως στα πλαίσια ανησυχίας για το τι θα συμβεί σε περίπτωση που η Τουρκία καταργήσει πλήρως τη συμφωνία με την Ε.Ε για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες (ο κρυφός φόβος αφορά κυρίως το ενδεχόμενο τζιχαντιστές με δεσμούς σε ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως δε με τη Γαλλία από την οποία προέρχονται οι περισσότεροι ξένοι μαχητές των τζιχαντιστικών σχημάτων στη Συρία, να περάσουν και πάλι στην Ευρώπη με επιθετικές διαθέσεις μέσα στο πλαίσιο μιας περαιτέρω μαζικοποίησης των μεταναστευτικών και προσφυγικών ρευμάτων).
Παρ’όλα αυτά, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο Erdogan θα τα καταφέρει. Οι επενδυτές αποσύρονται μαζικά από την Τουρκία, προκαλώντας μεταξύ άλλων την κατάρρευση της λίρας. Φαίνεται ότι στις ΗΠΑ η απόφαση του Trump αμφισβητείται από πολλούς από τους αντιπάλους του που έχουν ισχύ στο χρηματοοικονομικό πεδίο.

Οι Κούρδοι μαχητές της Ροτζάβα προαναγγέλλουν ανταρτοπόλεμο, με τον οποίο αδιαμφισβήτητα μπορούν να πετύχουν περισσότερα απ’ό,τι στο πλαίσιο μίας ευθείας αντιπαράθεσης με έναν ισχυρό τακτικό στρατό. Στο εσωτερικό της Τουρκίας μοιάζει να επικρατεί η «ηρεμία πριν την καταιγίδα» ενώ η κοινή γνώμη στην Ευρώπη βλέπει με ολοένα αυξανόμενη οργή τον Erdogan να καταφέρει αποφασιστικά πλήγματα στη βασική δύναμη που επέτρεψε τη συντριπτική ήττα του «Ισλαμικού Κράτους» στη Συρία και το Ιράκ και να κλονίζει με κτηνώδη βία ένα σπάνιο για την περιοχή πολιτικό πείραμα.

Παράλληλα όμως ο τζιχαντισμός, δηλαδή η κτηνωδέστερη εφαρμοσμένη εκδοχή πολιτικής ιδεολογίας μετά από το ναζισμό, βρίσκει νέα ερείσματα, νέα αιχμή, και νέα εδάφη (πέραν του Ιντλίμπ και του Ντέιρ Εζζορ, τώρα και στο συριακό Κουρδιστάν), με αποτέλεσμα να είναι και πάλι σε θέση να μεγιστοποιήσει την επικινδυνότητά του σε Ανατολή και Δύση, οι νέοι πρόσφυγες είναι καθ’οδόν, ο νέος ανθρώπινος πόνος προστίθεται σε αυτόν που ήδη σοβεί σε όλη την ευρύτερη περιοχή τα τελευταία χρόνια, και στο Αφρίν καταγράφηκε ίσως η μεγαλύτερη πολιτική προδοσία των τελευταίων χρόνων μετά από τη συνθήκη του Μονάχου.

Τελικά, ο αγώνας των ηρωικών Κούρδων αγωνιστών, αλλά και των δυτικών εθελοντών συναγωνιστών τους, των οποίων συχνά αποσιωπάται το θάρρος και η αυταπάρνηση για ελευθερία, δημοκρατία και δικαιοσύνη, απέναντι στον πιο μαύρο φασισμό των τελευταίων δεκαετιών, δεν έχει τελειώσει.

Ίσως τώρα αρχίζει. Και πρέπει να στηριχθεί από όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις του κόσμου. Μέσα σε αυτή τη νέα πηγή σκότους, πρέπει όλοι μας, ανατρέποντας τις ζοφερές παραδόσεις, να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και να προστατεύσουμε τη δημοκρατία, την ελευθερία, την αλληλεγγύη, τη δικαιοσύνη, τον πολιτισμό, απέναντι στην πολυπρόσωπη βαρβαρότητα που σήκωσε και πάλι κεφάλι.

*Η κ. Αιμιλία Ιωαννίδου είναι Διδάκτωρ Νομικής, Εντεταλμένη διδάσκουσα Université Paris II, Panthéon-Assas

Via Diplomacy