Εισαγωγή Μουσουλμανοπαίδων στην ανώτατη εκπαίδευση – Η προοπτική ενός επιτυχημένου μέτρου

Με το άρθρο 2 παρ. 1 του νόμου 2341/1995 (Α΄ 208) (ΦΕΚ Α’ 208, 1995) προβλέφθηκε  η δυνατότητα «να ορίζεται χωριστό ποσοστό θέσεων για την εισαγωγή σε ΑΕΙ και ΤΕΙ αποφοίτων λυκείων που προέρχονται από τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης». Εν συνεχεία, με την ΥΑ Φ.152.11/Β3/790/28.2.1996 (Β΄ 129) του Υπουργού Παιδείας, το ποσοστό εισαγωγής των υποψηφίων φοιτητών από τη μειονότητα καθορίσθηκε σε 0,5% επιπλέον του αριθμού των εισακτέων κάθε σχολής ή τμήματος.

Το μέτρο «της ποσόστωσης», όπως είναι ευρύτερα γνωστό, υιοθετεί μια λογική «θετικής διάκρισης» επιχειρώντας να αμβλύνει τον εκπαιδευτικό αποκλεισμό που οφείλεται και στην ελλιπή γνώση της ελληνικής γλώσσας. Η λειτουργία αυτού του μέτρου υπήρξε καταλυτική: Το 1996, πρώτο έτος εφαρμογής του μέτρου, ενενήντα οκτώ (98) υποψήφιοι κατάφεραν να εισαχθούν σε σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Σήμερα ο αριθμός των εισαγόμενων στα ΑΕΙ  έχει πενταπλασιασθεί.

Η ρεαλιστική πλέον προοπτική πρόσβασης στην ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση συνέβαλε καθοριστικά στη διεύρυνση της φοίτησης των παιδιών της μειονότητας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αλλά και σε μια ευρύτερη μεταβολή της στάσης της μειονότητας απέναντι στην εκπαίδευση συνολικά, ενώ παράπλευρα οφέλη θα μπορούσαν να καταγραφούν από την δυνατότητα γνωριμίας με την υπόλοιπη Ελλάδα εκτός Θράκης, η άμεση επαφή με ελληνική βιβλιογραφία και υψηλού επιπέδου παιδεία.

Ταυτόχρονα προσπάθησε να βάλει ένα ανάχωμα στην εκστρατεία ανάμιξης της Τουρκίας στα εσωτερικά μας, η οποία δια της πριμοδότησης με υποτροφίες και άλλα μέτρα επιβράβευσης και προσεταιρισμού των μουσουλμάνων, επιχειρούσε να στρέψει την μειονότητα προς τα δικά της ΑΕΙ, όπου ενίσχυε ταυτόχρονα με την γνώση της τουρκικής γλώσσας και τον τουρκισμό τους, ασχέτως της πραγματικής ταυτότητας τους.

Έτσι φθάσαμε στο φαινόμενο οι Έλληνες μουσουλμάνοι ως πτυχιούχοι τουρκικών πανεπιστημίων – χωρίς να έχουν καμία σχέση με Τουρκία και τουρκισμό, να υπερθεματίζουν σε εθνικιστικά κινήματα και οργανώσεις που προωθούν τα συμφέροντα της γείτονος. Πρόσφατα με τροπολογία του ΚΙΝΑΛ ζητήθηκε η διατήρηση της εξαίρεση αυτής και με δεδομένες τις πολλαπλές ευεργετικές συνέπειες από τη μέχρι σήμερα εφαρμογή τους, προτάθηκε η αύξηση του ποσοστού των εισακτέων της μουσουλμανικής μειονότητας σε 1% (διπλασιασμός).

Κάνοντας μια αξιολόγηση του μέτρου αυτού που αποδείχθηκε όντως ευεργετικό, παρατηρούμε ότι επιβάλλεται κατ’ αρχήν να διατηρηθεί ακόμα, αν και η σκοπιμότητα του ήταν προσωρινή, γιατί πρωτίστως συνιστά μια καταφανή επιδοκιμασία της λειτουργίας της δημόσιας εκπαίδευσης και ένα εμπνευσμένο μέτρο στην λογική της χειραφέτησης και ποιοτικής πνευματικής αναβάθμισης των νεαρών μουσουλμάνων που τόσο έχει ανάγκη η περιοχή.

Όμως θα έπρεπε να γίνει μια πιο ορθολογική κατανομή των θέσεων, ούτως ώστε να γίνει μια διασπορά προς περισσότερες σχολές και επαγγέλματα για να αποφευχθεί η περιχαράκωση σε συγκεκριμένες σχολές που οδηγούν ενδεχομένως και σε αναλογική αλλοίωση της σύνθεσης επαγγελματικών ομάδων που δεν συνάδει με την πληθυσμιακή κατανομή της περιοχής ενώ δημιουργούν και θέματα αθέμιτου ανταγωνισμού. Θέλουμε περισσότερους φιλολόγους, ιστορικούς, φυσικούς, χημικούς, περιβαλλοντολόγους, αρχαιολόγους, και όχι μόνο ιατρούς, φαρμακοποιούς και δικηγόρους. Το βασικότερο όμως όλων προαπαιτούμενο, είναι να συμφωνήσουμε ότι το μέτρο δεν λήφθηκε στην λογική της διοχέτευσης υποψηφίων σε σχολές ΑΕΙ και ΤΕΙ υψηλής αξίας (ιατρικές, νομικές, πολυτεχνικές) με βαθμούς 3 και 4, μόνο για ληφθεί κάποιο πτυχίο με κάθε τρόπο, χωρίς αυτό να αντιστοιχεί και σε μια άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας, αφού ο στόχος είναι η καλύτερη ενσωμάτωση στην ελληνική κοινωνία.

Η θετική αυτή διάκριση αποφασίστηκε διότι αντιλαμβανόμενη η ελληνική πολιτεία την αντίφαση οι μουσουλμανόπαιδες να ομιλούν αφενός την μητρική τους γλώσσα που σε άλλους είναι η πομακική, σε άλλους η ρομανί και σε άλλους η τουρκική, θα έπρεπε να μάθουν σε τρυφερή ηλικία και την ελληνική, η οποία όσο μεγαλώνουν θα τους είναι η πλέον απαραίτητη. Οι μουσουλμάνοι της Θράκης λοιπόν θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι προαπαιτούμενο οιασδήποτε κοινωνικής, πνευματικής, οικονομικής εξέλιξης είναι η άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας ως συνεκτικό στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας της οποίας είναι μέλη.

Γνώση και μάλιστα άριστη της ελληνικής γλώσσας που θα τους βοηθήσει να προσαρμοστούν απολύτως στην ελληνική κοινωνία και να αποτινάξουν τελείως τα μορφολογικά και εν πολλοίς συμπλεγματικά χαρακτηριστικά της «μειονότητας». Οι μουσουλμάνοι της Θράκης ως Έλληνες πολίτες έχουν μόνο μια διαφορά που είναι η θρησκεία. Ως εκ τούτου πρέπει να θέσουν ως προτεραιότητα να μάθουν τα παιδιά τους άριστα ελληνικά. Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να ισχύει ένα τέτοιο μέτρο και την ίδια ώρα να έχουν ως μόνο ενδιαφέρον την γνώση άλλης γλώσσας, εκτός κι αν έχουν σκοπό την επαγγελματική δραστηριοποίηση σε άλλη χώρα.

Αντί λοιπόν να στοχεύουν σε δίγλωσσα νηπιαγωγεία, μέτρο απαράδεκτο και αντιπαιδαγωγικό, που το μόνο που αποφέρει είναι μεγαλύτερη σύγχυση στα παιδιά που στο σπίτι τους μιλούν πομακικά, ή τουρκικά ή ρομανί, στο σχολείο τούρκικα και ελληνικά και στην συνέχεια αγγλικά ή γερμανικά ή γαλλικά, καλό θα ήταν να ομονοήσουμε ότι η άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας θα πρέπει να είναι η κύρια πλέον επιδίωξη τους.  Είναι αδιανόητο να υπάρχει Έλληνας μουσουλμάνος δικηγόρος ή γιατρός που στο προφίλ του στο διαδίκτυο, στο FACEBOOK, Twitter, να μην υπάρχει ούτε λέξη ελληνική.

Δεν μπορώ να αντιληφθώ αυτή τη λογική να επιλέγεται αποκλειστικά η τουρκική γλώσσα από χρήστες των κοινωνικών δικτύων εντός Ελλάδος, από έλληνες επιστήμονες που έκαναν χρήση αυτής της θετικής διάκρισης για να σπουδάσουν. Είναι σαν να θέλουν να αποκλείσουν όλους εμάς που αποτελούμε το διπλανό, το συμπολίτη, το συμπατριώτη, τον συνεργάτη τους. Δεν νοείται επίσης ο ίδιος επιστήμονας απόφοιτος ελληνικού ΑΕΙ να μην μπορεί να συντάξει ούτε αίτηση σε ΚΕΠ στα ελληνικά.

Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε και την ευθύνη των καθηγητών των ΑΕΙ που κρίνουν με ευκολία, προακτέους φοιτητές που δεν μπορούν να συντάξουν ένα έγγραφο αξιοπρεπώς στην ελληνική γλώσσα, υποβαθμίζοντας ανεπίτρεπτα την αξία του πτυχίου τους. Υπό αυτή την έννοια η λογική του διπλασιασμού του αριθμού των εισακτέων από τους μουσουλμάνους της Θράκης, δεν εξυπηρετεί καμία σκοπιμότητα, αντίθετα εκφυλίζει το μέτρο και το καθιστά καθαρά ψηφοθηρικό.

Οσο μάλιστα διατηρείται αυτό το μέτρο, χωρίς επιμέρους βελτιώσεις (βάση του 10 για εισαγωγή σε κάθε σχολή, αναλογικός καταμερισμός σε όλες τις σχολές) μάλλον δημιουργεί ζητήματα ανισότητας προς άλλες πληθυσμιακές ομάδες στην Ελλάδα και καταλήγει να αποτελεί αντικίνητρο για τους μουσουλμάνους οι οποίοι επαναπαύονται ότι δεν χρειάζεται να διαβάσουν καλά, ούτε να μάθουν καλά ελληνικά αφού θα περάσουν ακόμη και με πολύ χαμηλή βάση, με αποτέλεσμα την κατάχρηση ενός ευεργετικού μέτρου και την απαξίωση του που είναι ενάντια στον σκοπό που θεσπίστηκε.

Συμφωνούμε ότι πρέπει να μάθουμε όλοι και να μιλάμε και να καταλαβαίνουμε ελληνικά; Συμφωνούμε ότι η γνώση οποιασδήποτε άλλης γλώσσας μπορεί να γίνει μόνο ως μάθημα επιλογής; Αν ναι, τότε μπορούμε να συζητήσουμε και άλλα πολλά μέτρα διεύρυνσης της θετικής αυτής διάκρισης. Δεν πρέπει να υπάρχει ούτε ένας μουσουλμάνος Έλληνας πολίτης, που να μην γνωρίζει άπταιστα την ελληνική γλώσσα.

Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση είναι προπάντων ανεδαφική, μη ρεαλιστική και πρωτίστως ανθελληνική. Θέλουμε περισσότερους μορφωμένους Έλληνες μουσουλμάνους πολίτες, όχι περισσότερους πτυχιούχους που εφόσον δεν γνωρίζουν καλά ελληνικά, δεν θα νιώθουν κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και θα αυτοπεριορίζονται στην αρχή γλωσσικά και εν τέλει κοινωνικά.

Απώτερος στόχος παραμένει η κατάκτηση της γλωσσικής επάρκειας των μουσουλμάνων σε απόλυτη εξίσωση με την πλειονότητα και εν τέλει η μείωση αυτού του ποσοστού προνομιακής εισαγωγής μέχρι να εκλείψει. Μόνο έτσι θα επιβραβευτούν όσοι πραγματικά προοδεύουν και θα αποφύγουμε να δημιουργήσουμε μια «εκπαιδευτική μειονότητα» που θα χρειάζεται μια τέτοια υποβοήθηση για να σταθεί.

Συγγραφέας: Στέργιος Γιαλάογλου

Στέργιος Γιαλάογλου

Συγγραφέας