Το Γερμανικό σχέδιο ελέγχου των Δυτικών Βαλκανίων – Τα κίνητρα του Βερολίνου και οι στόχοι του

Η ευαίσθητη περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων εξελίσσεται σε μια βασική προτεραιότητα για τους ιθύνοντες νόες της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής με στόχο την ένταξή των κρατών τους μέσα στην ΕΕ. Η Γερμανία θεωρεί τη σταθεροποίηση της συγκεκριμένης περιοχής κύρια διπλωματική της αποστολή και εντείνει τις προσπάθειές για να επιτύχει την  περιφερειακής συνεργασία των κρατών  και την οικονομική σταθερότητα με στόχο τη μείωση των εντάσεων στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων. Το Βερολίνο ελέγχει την περιοχή για να μπορέσει να διαμορφώσει και να επηρεάσει τις ευρύτερες γεωπολιτικές και ενεργειακές εξελίξεις της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Το γερμανικό σχέδιο για τα Δυτικά Βαλκάνια είναι ενεργό εδώ και καιρό και η σύνοδος των Έξι Κρατών των Δυτικών Βαλκανίων (πρωθυπουργοί Αλβανίας, ΠΓΔΜ, Κοσσόβου, Μαυροβούνιου, Σερβίας και οι πρόεδροι των Συμβουλίων Υπουργών της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης) που έγινε την 21 Απρίλιου στο αρχηγείο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες αποτελεί μέρος της εφαρμογή του.

Η σύνοδος των Εξι έγινε υπό την προεδρεία των Επίτροπων Γιοχάνες Χαν ( Πολιτική Γειτονίας και τη Διεύρυνσης) και Βιολέτα Μπουλκ (Μεταφορών) και επιβεβαίωσε τη συμφωνία για ενα κεντρικό δίκτυο διασύνδεσης (μεταφορές, κατασκευαστικά έργα υποδομών στις συγκοινωνίες) της περιοχής. Η πρώτη παράγραφος του κοινού ανακοινωθέν των Εξι αναφέρει ότι «η βελτίωση της περιφερειακής μας συνεργασίας και της οικονομικής σταθερότητα είναι ένα από τα κοινά μας εργαλεία που ταιριάζουν στα ευρωπαϊκά πρότυπα και πληρούν τα κριτήρια ένταξης μας στην ΕΕ και ότι η διαδικασία θα πρέπει να προσφέρει σαφή οφέλη στους πολίτες μας ακόμα και πριν από την ένταξή μας».

Η συγκεκριμένη σύνοδος αποτελεί συνέχεια της «Berlin process» που ξεκίνησε το περασμένο έτος και έφερε τους πολιτικούς ηγέτες των κρατών στο ίδιο τραπέζι. Η πρωτοβουλία του Βερολίνου δημιούργησε την κατάλληλη ατμόσφαιρα και τις προϋποθέσεις για να γεφυρώσουν τις διαφορές τους. Τα κοινά έργα το κεντρικό δίκτυο διασύνδεσης αποτελούν από έναν ενοποιητικό παράγοντα διότι τους φέρνει σε επαφή για κοινό όφελος.

Η στρατηγική του Βερολίνου

H Γερμανία από τη δεκαετία του 1990 θεωρείται το πιο ενεργό μέλος της διεθνής κοινότητας που έχει δεσμευθεί να ακολουθήσει πολιτικές για τη σταθεροποίηση των Δυτικών Βαλκανίων. Οι συγκρούσεις της περιόδου 1991-1999 στην πρώην Γιουγκοσλαβία άφησαν μια διχαστική κληρονομια και σοβαρές προκλήσεις σε όλα τα επίπεδα. Οι υπεύθυνοι για εγκλήματα πολέμου έπρεπε να συλληφθούν, οι κοινωνίες έπρεπε να ασχοληθούν με την επανένταξη θυμάτων, προσφύγων, πρώην φυλακισμένων και βετεράνων πολέμου. Η περιοχή έπρεπε σύμφωνα με αναλυτές να υποστεί μια «διπλή μετάβαση» από τον πόλεμο στην ειρήνη, από το σοσιαλισμό στη δημοκρατία και την οικονομία της ελεύθερης αγοράς.

Τα κράτη της πρώην Γιουγκοσλαβίας με στόχο την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση έπρεπε να μάθουν να συνεργάζονται σε βασικά επίπεδα, να επιτύχουν συμφωνίες σε θέματα συνοριακών διαφορών και εμπορικών συμφωνιών και να λειτουργήσουν ως νέα, μεταπολεμικά κράτη.

Η Γερμανία έχει ιστορικά συμμετάσχει σε όλες τις μεγάλες αποφάσεις και τις διαδικασίες που είχαν στο στόχο να επιβάλουν την ειρήνη και την ηρεμία στις πρώην γιουγκοσλαβικές εμπόλεμες ζώνες. Το Βερολίνο στο πλαίσιο αυτό αποτελεί ένα πολύ ιδιαίτερο εξωτερικό δρώντα που επηρεάζει το μέλλον των Δυτικών Βαλκανίων. Καμία άλλη ευρωπαϊκή και κυβέρνηση και κανένας άλλος θεσμικός φορέας δεν έχει επιδείξει, σύμφωνα με αναλυτές τέτοια συνέπεια σε πολιτικές που να αφορούν τη σταθερότητα τα συγκεκριμένης περιοχής.

Οι διεθνείς δρώντες αντίθετα φαίνεται να έχουν επιλέξει πλευρές: Oι ΗΠΑ θεωρούνται σύμμαχοι του Κοσσόβου, η Γαλλία θεωρείται φίλη της Σερβίας και η Βρετανία φαίνεται να εξακολουθεί να παραμένει κηλιδωμένη από την κληρονομιά  Τόνι Μπλερκαι Ιράκ. Παραδόξως, η συμμετοχή της Γερμανίας στις αεροπορικές επιθέσεις του ΝΑΤΟ εναντίον της Σερβίας το 1999, δεν κατάφερε να μειώσει τη δημοτικότητά της στα Δυτικά Βαλκάνια ,δεδομένου ότι οι αεροπορικές επιδρομές θεωρήθηκαν αμερικανική πρωτοβουλία. Η Γερμανία έχει ένα μοναδικό πλεονέκτημα έτσι καθώς είναι σε θέση να ασκήσει επιρροή: δεν θεωρείται μόνος ως ένας μη-προκατειλημμένη εταίρος των κρατών των Δυτικών Βαλκανίων, αλλά έχει υιοθετήσει μια πολύ ενεργή εξωτερική πολιτική στην περιοχή, σε σύγκριση με άλλα κράτη -μέλη της ΕΕ και τις ΗΠΑ που διατηρούν έντονο την παρουσία τους στο Κοσσυφοπέδιο, αλλά έχουν μειώσει το ενδιαφέρον του για το σύνολό της περιοχής.

Τα γερμανικά εθνικά συμφέροντα

Το συνεχές ενδιαφέρον της Γερμανίας για τα Δυτικά Βαλκάνια  σύμφωνα με ανάλυση του Αμερικάνικου Ινστιτούτου Σύγχρονων Γερμανικών Σπουδών μπορεί να αποδοθεί εν μέρει σε δυο παράγοντες. Ο πρώτος και βασικότερος έχει να κάνει με την εσωτερική της ανησυχία για εισροές μεταναστών και προσφύγων και ο δεύτερος με θέματα εξωτερικής πολιτικής. Το Βερολίνο ακόμα κι αν δεν υπάρχει μια άμεση απειλή πολέμου εξακολουθεί να ασχολείται με το μεταναστευτικό και τις επιπτώσεις της καθώς το θεωρεί σε ένα βαθμό αποτέλεσμα των επισφαλών οικονομικών συνθηκών της περιοχής, της ακόμη ασταθής Βοσνίας – Ερζεγοβίνης και ΠΓΔΜ καθώς και των εύθραυστων ισορροπιών Κοσσυφοπεδίου και Σερβίας.

Η ενεργή εμπλοκή της Γερμανίας στα Δυτικά Βαλκάνια εκτείνεται και πέρα από τους δύο προαναφερθέντες παράγοντες. Η εμμονή της πάνω στη σταθεροποίηση της περιοχής, προκύπτει από τη δική της ιστορικής εμπειρίας του. Η Γερμανία αποτελεί εδώ και καιρό μία από τις βασικές κινητήριες δυνάμεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και επικρατεί η άποψη σύμφωνα με αναλυτές ότι «δεν υπάρχει Ευρώπη ενιαία και ελεύθερη» μέχρι τα Δυτικά Βαλκάνια (ιδίως η Σερβία ως μεγαλύτερη χώρα της περιοχής) να σταθεροποιούνται και να ενσωματωθούν στην ΕΕ. Το ειδικό βάρος της Γερμανίας μέσα στην ΕΕ αναγνωρίζεται από τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων, και είναι κατανοητό ότι οι προοπτικές ένταξης τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το Βερολίνο και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όλα τους έχουν αναπτύξει ισχυρούς μαζί του, συμπεριλαμβανομένου και του Κοσσόβου.

Γιώργος Ξ. Πρωτόπαπας