Το υψηλό χρέος δεν είναι πάντα πρόβλημα

JAMIE MCGEEVER / REUTERS / Καθημερινή

Ποτέ δεν έχει βρεθεί σε υψηλότερο επίπεδο το παγκόσμιο χρέος, ανακοίνωσε αυτή την εβδομάδα το ΔΝΤ καλώντας τις κυβερνήσεις να εκμεταλλευθούν την τρέχουσα ισχυρή ανάπτυξη της οικονομίας και να περιορίσουν το ύψος του, προτού απειληθεί σοβαρά η οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ορισμένα από τα στοιχεία που παρέθεσε το ΔΝΤ ασφαλώς τραβούν την προσοχή.

Στα τέλη του 2016, το παγκόσμιο χρέος είχε ανέλθει στα 164 τρισ. δολάρια ή στο 225% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Σχεδόν το ήμισυ της αύξησης μετά το 2007 προέρχεται από την Κίνα. Μόνο μία φορά στην ιστορία, την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, είχε βρεθεί το χρέος των ανεπτυγμένων οικονομιών σε υψηλότερο επίπεδο. Σε έναν κόσμο με χαμηλό πληθωρισμό και ασθενική οικονομική ανάπτυξη, υψηλότερο ονομαστικό χρέος, τόσο δημόσιο όσο και ιδιωτικό, θα μπορούσε να εξελιχθεί ανησυχητικά, διότι εξακολουθεί να αυξάνεται η πραγματική αξία του χρέους. «Δεν υπάρχει περιθώριο για εφησυχασμό», προειδοποίησε το ΔΝΤ. Ωστόσο υπάρχουν πολλοί λόγοι που κάνουν αυτή την προειδοποίηση να μην είναι τόσο ανησυχητική. Πρώτον, η αύξηση του δανεισμού και των πιστώσεων ώστε να ανακάμψει η παγκόσμια οικονομία μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, ήταν ακριβώς αυτό που ζητούσαν το ΔΝΤ και οι κεντρικοί τραπεζίτες.

Τα επιτόκια δανεισμού παρέμειναν σχεδόν στο 0% επί μία δεκαετία, οι κεντρικοί τραπεζίτες ενίσχυσαν το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα με περισσότερα από 10 τρισ. δολάρια μέσω προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης, και οι κυβερνήσεις είχαν, επίσης, πάρει τα σημαντικότερα δημοσιονομικά μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας, εδώ και αρκετές δεκαετίες. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το φάρμακο ήταν δυνατό, αλλά αναγκαίο. Και απέδωσε. Το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι σήμερα ισχυρότερο απ’ ό,τι ήταν το 2007, η παγκόσμια οικονομία καταγράφει την υψηλότερη συγχρονισμένη ανάπτυξη από το 2011 και ο πληθωρισμός εξακολουθεί να είναι πολύ χαμηλός. Πολλά χρόνια μετά το 2008, η απουσία ζήτησης για πιστώσεις αποτελούσε τη σημαντικότερη ανησυχία των κεντρικών τραπεζιτών. Συνεπώς, ο υψηλότερος δανεισμός σήμερα είναι ευπρόσδεκτο σημάδι ότι έχει ανακάμψει η εμπιστοσύνη μεταξύ ιδιωτών και εταιρειών. Η αύξηση του χρέους δεν είναι από μόνη της αναγκαστικά κακή εξέλιξη. Σύμφωνα με τους συντηρητικούς ο δανεισμός πρέπει να παραμείνει υπό έλεγχο, ώστε να μην αναγκαστούν οι μελλοντικές γενιές να πληρώσουν τις σημερινές υπερβολές, και να αποφευχθεί η αποδυνάμωση του εθνικού νομίσματος και η εκρηκτική άνοδος του πληθωρισμού. Ομως, εταιρείες και κυβερνήσεις είναι αναγκασμένες να δανειστούν, ώστε να επεκταθούν και να υποστηρίξουν την ανάπτυξη.

Οι κυβερνήσεις που δανείζονται στο δικό τους νόμισμα δεν απειλούνται από τις διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας και από τον εισαγόμενο πληθωρισμό. Η Ιαπωνία έχει εδώ και χρόνια το υψηλότερο δημόσιο χρέος στον κόσμο αναλογικά προς το ΑΕΠ της, ωστόσο η απόδοση των κρατικών της ομολόγων και τα επιτόκια δανεισμού είναι τα χαμηλότερα στον κόσμο. Ακόμα και η Ιταλία απολαμβάνει το χαμηλότερο κόστος δανεισμού στην ιστορία της, αν και έχει την υποστήριξη της ΕΚΤ, παρά το γεγονός ότι έχει το δεύτερο υψηλότερο επίπεδο χρέους στον κόσμο. Φυσικά, οι χώρες των αναπτυσσόμενων αγορών είναι διαφορετική ιστορία. Δανείζονται συχνά σε δολάρια, οπότε είναι εκτεθειμένες στη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, των αμερικανικών επιτοκίων δανεισμού και της απόδοσης που έχουν τα αμερικανικά ομόλογα. Την περασμένη δεκαετία, αυτές που δανείστηκαν περισσότερο ήταν οι χώρες των αναδυόμενων αγορών, ωστόσο οι ίδιες έχουν το μεγαλύτερο μερίδιο από το σύνολο των 11 τρισ. δολαρίων σε συναλλαγματικά αποθέματα, γεγονός που αποτελεί σημαντική προστασία.

Via Diplomacy