Τούρκοι και διεθνείς χρηματαγορές έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους προς τον Ερντογάν

Η αποδοκιμασία του κυβερνώντος κόμματος στις δημοτικές εκλογές της περασμένης Κυριακής στην Κωνσταντινούπολη ήταν κάτι περισσότερο από την έκφραση της βούλησης για μια καινούργια διοίκηση στη μεγαλύτερη πόλη της χώρας. Ήταν η εκδήλωση μιας αυξανόμενης απελπισίας για την οικονομική καταστροφή που έχει προκαλέσει ο πρόεδρος Ερντογάν στη χώρα του.

Στη διάρκεια της 16χρονης θητείας του ως ανώτατος ηγέτης της Τουρκίας, ο Ερντογάν έχει εκπληρώσει συχνά τις υποσχέσεις του για μια ισχυρή οικονομική ανάπτυξη. Σαν τον αθλητή όμως που πετυχαίνει όλο και υψηλότερους στόχους καταναλώνοντας φάρμακα που βελτιώνουν τις επιδόσεις, ο τούρκος πρόεδρος έχει πετύχει την ανάπτυξη καταφεύγοντας επιθετικά στο χρέος.

Και τώρα γεύεται το τίμημα. Τα δύο τελευταία χρόνια, οι επιχειρηματίες έχουν συνειδητοποιήσει το ύψος του χρέους με το οποίο είναι αντιμέτωπες οι μεγάλες εταιρείες της Τουρκίας και ανησυχούν για την περίπτωση αδυναμίας αποπληρωμής του. Οι επενδυτές έχουν απομακρύνει τα χρήματα από τη χώρα, προκαλώντας πτώση της λίρας κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 40% έναντι του δολαρίου.

Το αποτέλεσμα είναι ένας πληθωρισμός που τρέχει με ετήσιο ποσοστό 19%, πλήττοντας τόσο ιδιώτες όσο και εταιρείες. Οι αγρότες πληρώνουν πολύ μεγαλύτερες τιμές για εισαγόμενα λιπάσματα και καύσιμα. Οι οικογένειες πληρώνουν περισσότερα για λαχανικά και αυγά. Τα εργοστάσια πληρώνουν περισσότερα για εισαγόμενα εξαρτήματα. Η επίσημη ανεργία υπερβαίνει το 14%.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι οι εταιρείες που επέτρεψαν να μεγαλώσει η φούσκα των οικοδομών βλέπουν τα οικονομικά τους να επιδεινώνονται με την πτώση της λίρας. Ένα μεγάλο μέρος του χρέους τους αποτιμάται σε δολάρια, πράγμα που σημαίνει ότι το φορτίο τους μεγαλώνει όσο η λίρα χάνει αξία. Τα περισσότερα εισοδήματά τους, πάλι, είναι σε λίρες.

Στα τέλη του 2018, η Τουρκία είχε ένα μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο χρέος ύψους 328 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι ιδιωτικές εταιρείες χρωστούσαν άλλα 138 δισεκατομμύρια δολάρια σε ξένο νόμισμα, τα οποία πρέπει να αποπληρώσουν μέσα στο 2020.

Με δεδομένο ότι η οικονομική παραγωγή της Τουρκίας ήταν πέρυσι 766 δισεκατομμύρια δολάρια, τα χρέη αυτά είναι τεράστια. Μόνο η Αργεντινή βρίσκεται σε μεγαλύτερο κίνδυνο να βυθιστεί σε μια σοβαρή κρίση.

Η δυσαρέσκεια για τη διακυβέρνηση Ερντογάν δεν εξηγείται μόνο με οικονομικούς όρους. Ο τούρκος πρόεδρος έχει εξαπολύσει τα τελευταία χρόνια επίθεση εναντίον των δημοκρατικών θεσμών καταστέλλοντας κάθε διαφωνία, κατάσχοντας την περιουσία των αντιπάλων του και φιμώνοντας τον Τύπο.

Ο κοινός παρονομαστής της τουρκικής ζωής, όμως, ο παράγων που ξεπερνά τις παραδοσιακές πολιτικές διαιρέσεις, είναι η αποφασιστική δύναμη της οικονομικής παρακμής.

«Ο πληθωρισμός είναι πολύ υψηλός, οι πραγματικοί μισθοί μειώνονται και οι πολίτες νιώθουν πως πρέπει να αποταμιεύσουν χρήματα αντί να ξοδεύουν», λέει ο Ναφέζ Ζουκ από το ίδρυμα Oxford Economics στο Λονδίνο. «Εχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στο νόμισμά τους και την αγοραστική τους δύναμη».

Η Τουρκία έχει σοβαρά οικονομικά πλεονεκτήματα: έναν σχετικά νεαρό πληθυσμό 80 εκατομμυρίων ανθρώπων, μια αυξανόμενη μεσαία τάξη, μια στρατηγική θέση στη διασταύρωση της Ευρώπης και της Ασίας και μια ισχυρή τουριστική βιομηχανία. Εξαρτάται όμως σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενα αγαθά και χρήμα που δανείζεται σε ξένο νόμισμα.

Η οικονομία σημείωσε ύφεση το τελευταίο μισό του 2018. Στο πρώτο τρίμηνο του 2019 επέστρεψε μια ήπια ανάπτυξη, αλλά οι οικονομολόγοι θεώρησαν αυτό το φαινόμενο παροδικό, αποτέλεσμα των δημοσίων δαπανών στις οποίες κατέφυγε ο Ερντογάν ενόψει των δημοτικών εκλογών.

Η κεντρική τράπεζα έχει διατηρήσει τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια στο 24% για να αποτρέψει περαιτέρω διαφυγή κεφαλαίων και να πείσει τους επενδυτές να κρατήσουν τα χρήματά τους στην Τουρκία. Αυτό έχει όμως ως αποτέλεσμα ο δανεισμός να είναι ακριβότερος για τις τουρκικές επιχειρήσεις και τους καταναλωτές.

Το αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών στην Κωνσταντινούπολη δείχνει ότι οι πολίτες δεν αισθάνονται ήσυχοι με τον άνθρωπο που κυβερνά τη χώρα. Και οι διεθνείς χρηματαγορές φάνηκαν ευχαριστημένες με την αποδυνάμωση του Ερντογάν. Αυτοί που ελέγχουν το χρήμα έχουν εμφανώς χάσει την εμπιστοσύνη τους προς τον τούρκο πρόεδρο και ελπίζουν ένα άλλο κόμμα να αναλάβει σύντομα τα οικονομικά ηνία.

(*) Ο Πίτερ Γκούντμαν είναι αρθρογράφος των New York Times

Via Diplomacy