Ενεργειακή ασφάλεια και η “διπλωματία των αγωγών” στα Βαλκάνια

Η σύγκρουση μεταξύ ΕΕ και Ρωσία σχετικά με την κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου «South Stream» δημιουργούν στα Βαλκάνια μία νέα συγκρουσιακή πραγματικότητα με άδηλα μέχρι στιγμής αποτελέσματα για την ενεργειακή σταθερότητα, ασφάλεια και επάρκεια της περιοχής.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις εμπειρογνωμόνων τα Βαλκάνια και η Ευρώπη θα αντιμετωπίσουν έναν δύσκολο χειμώνα με πολύ πιθανή μία άνευ προηγουμένου κρίση στην παροχή αερίου γεγονός που οφείλεται τόσο στην «ουκρανική κρίση» όσο και στον ανταγωνισμό των αγωγών TAP & SouthStream.

Αν ο «South Stream» σταματήσει, τότε σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες, αυξάνεται η πιθανότητα ότι θα αλλάξει η χάραξη της «νότιας διαδρομής».

Οι περαιτέρω εξελίξεις θα προχωρήσουν στη βάση δύο (πιθανότερων) σεναρίων: Είτε η Βουλγαρία θα λάβει πρόσθετες παραχωρήσεις από τη «Gazprom», είτε το ρωσικό μονοπώλιο φυσικού αερίου θα αρχίσει να ψάχνει για εναλλακτικές – παρακαμπτήριες – λύσεις στην κατασκευή του αγωγού. Μια τέτοια εναλλακτική διαδρομή θα μπορούσε να είναι η Τουρκία, αν και αυτή η επιλογή είναι πολύ πιο ακριβή και δεν είναι και τόσο αξιόπιστη, επισημαίνουν αναλυτές.

Εάν κάποιος κερδίζει από την κρίση στην Ουκρανία αυτή είναι σίγουρα η Τουρκία, η οποία αναδύεται σε στρατηγική διαμετακομιστική οδό μεταφοράς φυσικού αερίου, σύμφωνα με τους ειδικούς που συμμετείχαν σε συνέδριο για την ενέργεια, στην Ουάσινγκτον, που διοργάνωσε το Ίδρυμα Brookings, με τίτλο “Υπολογισμός της τουρκικής ενεργειακής ασφάλειας: Φιλοδοξίες και Πραγματικότητες.”

Σε αυτό το γεωπολιτικό τοπίο, η τουρκική διπλωματία αναζητά ερείσματα και σημεία επαφής και συνεργασίας με τη Ρωσία, εξέλιξη που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από την ελληνική διπλωματία και τους σχεδιαστές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Άλλωστε η Άγκυρα αγωνίζεται να διαφοροποιήσει τα αποθέματα ενέργειας της, προσπαθώντας να προσελκύσει πηγές από τον Καύκασο και το Ιράκ που θα διέρχονται μέσω αγωγών εντός των δικών της συνόρων.

Την προοπτική να αναβαθμιστεί η Τουρκία τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια σε έναν κεντρικό ενεργειακό κόμβο, και άρα να κερδίσει πόντους στο γεωπολιτικό παιχνίδι, σημειώνει σε συνέντευξή του στη «Χουριέτ» και ο διευθυντής Εξωτερικών Υποθέσεων του Διαδριατικού Αγωγού (TAP), εκθέτοντας παράλληλα στοιχεία για το μέλλον της επένδυσης.

Ο Μίκαελ Χόφμαν τονίζει ότι για τη διαδρομή του αγωγού, ο οποίος θα κοστίσει περί τα πενήντα δισεκατομμύρια δολάρια και θα φέρνει δέκα δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου από το Μπακού, επελέγησαν Ελλάδα, Αλβανία και Ιταλία, με βάση τεχνικά, οικονομικά και πολιτικά κριτήρια. Παράλληλα, η κοινοπραξία Σαχ Ντενίζ εξασφάλισε ακόμη τέσσερις μετόχους: την ΒΡ, τη SOCAR, την TOTAL και τη Fluxys.

Ο ΤΑΡ χαρακτηρίζεται «κρίσιμης σημασίας» και η Τουρκία, με το δικό της κομμάτι, τον ΤΑΝΑΡ, «στρατηγικός κόμβος», καθώς μελλοντικά ο αγωγός ενδέχεται να μεταφέρει φυσικό αέριο όχι μόνο από το Αζερμπαϊτζάν, αλλά επίσης από το Κουρδιστάν στο Βόρειο Ιράκ, ενώ και οι ποσότητες που έχουν εντοπιστεί προς εκμετάλλευση στην Ανατολική Μεσόγειο δημιουργούν νέες προοπτικές. Η επισήμανση αυτή σχετίζεται με το μεγάλο παζάρι που βρίσκεται σ’ εξέλιξη για τη μεταφορά των ποσοτήτων ισραηλινού φυσικού αερίου από τα κοιτάσματα Λεβιάθαν και Ταμάρ, αλλά και των κοιτασμάτων εντός του κυπριακού «οικοπέδου» Αφροδίτη. Ως γνωστόν η Τουρκία επιχειρεί να αποτρέψει τη συνεργασία Τελ Αβίβ – Λευκωσίας – Αθήνας για μελλοντική κατασκευή αγωγού που θα περνά από την Ελλάδα και θα διανέμει το φυσικό αέριο στην Ευρώπη και να επιβάλει τη μεταφορά μέσω αγωγού στο δικό της έδαφος.

Ο κ. Χόφμαν χαρακτηρίζει τον ΤΑΡ «ευέλικτο σχέδιο», το οποίο μπορεί να επεκταθεί σε διάφορες χώρες, ενώ θεωρεί ότι ο ανταγωνισμός με τη Ρωσία και τον αγωγό South Stream είναι επιθυμητός και αποβαίνει υπέρ των Ευρωπαίων καταναλωτών. Αλλωστε ο ΤΑΡ είχε εξαρχής την εύνοια της Ουάσινγκτον, η οποία επιθυμεί με κάθε τρόπο την ενεργειακή (και άρα πολιτική) απεξάρτηση της Ευρώπης από τη Μόσχα. Επίσης, το κορυφαίο στέλεχος του TAP τονίζει ότι τώρα είναι η σειρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να διασφαλίσει τη συνδεσιμότητα των αγωγών στις διάφορες χώρες, καθώς στην περιοχή υπάρχουν ουσιαστικά τέσσερα διαφορετικά ενεργειακά σχέδια: φυσικό αέριο από τη Ρωσία, από τη Βόρεια Θάλασσα, από τη βόρεια Αφρική και από τον Καύκασο.

Οσον αφορά τις επεκτάσεις του ΤΑΡ, ο κ. Χόφμαν τόνισε ότι υπάρχει συμφωνία με τον Ionian Adriatic Pipeline για σύνδεση στην Αλβανία, καθώς αυτός περνά από το Μαυροβούνιο στη Βοσνία Ερζεγοβίνη, στη Σλοβενία, στην Κροατία και αργότερα ίσως στην Ουγγαρία.

Η Τουρκία το τελευταίο διάστημα επενδύει στον αγωγό TANAP, ο οποίος θα μεταφέρει αέριο από το Αζερμπαϊτζάν – μέσω Τουρκίας και παρακάμπτοντας τη Ρωσία – στην Ευρώπη. Σύμφωνα με την τουρκική εφημερίδα Huriyyet, η κατασκευή του αγωγού, συνολικού προϋπολογισμού 45 δις δολαρίων, αναμένεται να ξεκινήσει το 2015 και θα ολοκληρωθεί μέσα σε 4 χρόνια. Από τα 16 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου που θα μεταφέρονται, τα 10 προορίζονται για την ευρωπαϊκή αγορά ενώ τα 6 για την τουρκική.

Παρόλα αυτά, ο Μεχμέτ Ογκουτσκού, Τούρκος ειδικός σε θέματα ενέργειας, δηλώνει στην DW ότι ο ΤΑΝΑΡ είναι το μοναδικό σοβαρό ενεργειακό project της Τουρκίας το οποίο από μόνο του δεν είναι αρκετό για να κάνει την χώρα σημαντικό παίκτη. «Γι΄ αυτό δεν χρειάζεσαι 16 δισ. κυβικά μέτρα αερίου, αλλά 50 ή 60. Μόνον η ΕΕ χρειάζεται περισσότερα από 250 δισ. Μόνη της η Τουρκία δεν μπορεί να τα προσφέρει αυτά. Παρά τις τεράστιες δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης στο συγκεκριμένο πεδίο, λοιπόν, η εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο θα παραμείνει. Παρά ταύτα η Τουρκία μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, καθώς είναι ένας αξιόπιστος εταίρος, μέλος του ΝΑΤΟ, του ΟΑΣΕ, του Συμβουλίου της Ευρώπης ενώ επιδιώκει να γίνει μέλος και της ΕΕ», επισημαίνει.

Σημαντικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει μελλοντικά και η Περιφερειακή Κουρδική Κυβέρνηση στο βόρειο Ιράκ, η οποία έδωσε ήδη τη συγκατάθεσή της για την εξαγωγή, από το 2017, 4 δισ. κυβικών μέτρων αερίου ετησίως στην Τουρκία και 20 δισ. από το 2020.

 

Το παραπάνω ασταθές σκηνικό οδήγησε τα «ιερατεία της ΕΕ» σε σχεδιασμό επενδύσεων αξίας 2,5 τρισ. ευρώ που θα διοχετευθούν στον ενεργειακό τομέα της ΕΕ μέχρι το 2030 για την ασφάλεια εφοδιασμού και την ευστάθεια του συστήματος ηλεκτροδότησης, ενώ μόνο στην Ελλάδα δρομολογούνται μέχρι το 2020 12 έργα προϋπολογισμού περίπου 11,5 δισ. ευρώ.

Ο ενεργειακός χάρτης της Ελλάδας αλλάζει τελείως όψη και μέσα από 12 επενδυτικά σχέδια τα οποία προωθεί η ίδια ΕΕ. Η χώρα αποκτά εναλλακτικές πηγές προμήθειας φυσικού αερίου, όπως με την κατασκευή των αγωγών TAP και τον EasternMediterranean (Ισραήλ – Κύπρου – Ελλάδας), ασφαλές ηλεκτρικό σύστημα από τη διασύνδεση με καλώδιο πάλι μεταξύ των προαναφερόμενων χωρών αλλά και με δεύτερο δίκτυο με τη Βουλγαρία, ενώ συνολικά από τα 12 αυτά έργα δημιουργούνται γύρω στις 17.500 θέσεις εργασίας.

Οι τρέχουσες εξελίξεις επιβάλλουν την χάραξη μιας «στρατηγικής ενέργειας» που ταυτόχρονα θα αποτελεί και «όπλο» για την εξισορρόπηση των όποιων πλεονεκτημάτων μπορεί να αποκτήσει μελλοντικά η Τουρκία στη «μάχη των αγωγών».

Για τους ανωτέρω, λοιπόν, λόγους πρέπει να ξεπερασθούν γρήγορα οι όποιες αντιδράσεις υπάρχουν από ομάδες και οργανώσεις με περιβαλλοντικές ή οικολογικές ευαισθησίες με σωστές και τεκμηριωμένες μελέτες που θα εξασφαλίσουν την απρόσκοπτη και ασφαλή όδευση του νέου αγωγού ΤΑΡ αλλά και την ολοκλήρωση εκείνων των έργων υποδομής που θα εξασφαλίσουν στην Ελλάδα το στρατηγικό πλεονέκτημα της ενεργειακής επάρκειας.

Νίκος Αρβανίτης