Γερμανό-ρωσικός ανταγωνισμός πίσω από τη δήλωση του Αλεξάνταρ Βούτσιτς για τον Αλέξη Τσίπρα ;

Η πρώτη αρνητική δήλωση για τη νέα κυβέρνηση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα προήλθε από τον πρωθυπουργό της Σερβίας Αλεξάνταρ Βούτσιτς, μιας γειτονική μας χώρας, και ενδέχεται να υποδηλώνει κάτι από περισσότερο από μια προσωπική απόψη. Η δήλωση Βούτσιτς θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι εντάσσεται μέσα στο πλαίσιο ενός ανταγωνισμού Βερολίνου και Μόσχας για την επιρροή και τον έλεγχο της περιοχής των Βαλκανίων.

Ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς σχολιάζοντας τις εξαγγελίες της νέας ελληνικής κυβέρνησης σε συνέντευξή του στην αυστριακή τηλεόραση ORF, ανέφερε ότι δεν πιστεύει στην πολιτική του Τσίπρα, «στις εύκολες λύσεις, παρά μόνο στη σκληρή δουλειά, στις ριζικές μεταρρυθμίσεις, στην αλλαγή νοοτροπίας στον λαό». Παράλληλα επισήμανε ότι με την αφοσίωση που επιδεικνύει στο έργο του αισθάνεται «μεγαλύτερη εγγύτητα προς τους Γερμανούς, τους Αυστριακούς ή τους Σκανδιναβούς» και δεν συγκρίνεται «με τους αδελφούς και φίλους νότιους γείτονες». Οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι κατάργηση από τη Μόσχα των σχεδίων για την κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου South Stream, όπου θα διέρχονταν από τη Σερβία και θα αναβάθμιζε το γεωπολιτικό της ρόλο, δυσαρέστησε το Βελιγράδι.

Όμως οι ελληνικές εκλογές ανέδειξαν ενδεχομένως έναν νέο σύμμαχο της Ρωσίας, τη νέα κυβέρνηση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα που εξέφρασε δυσαρέσκεια για τη δημοσιοποίηση της δήλωσης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για επιβολή περαιτέρω κυρώσεων στη Ρωσία χωρίς να δοθεί η συγκατάθεση της. Ο νέος πρωθυπουργός έχει επικρίνει τη Μέρκελ για τα μέτρα λιτότητας και μπορεί το άνοιγμα προς τη Μόσχα να θεωρηθεί και μια μορφή επικοινωνιακής διπλωματίας που στέλνει το μήνυμα ότι η στροφή προς τη Ρωσία ενδέχεται να αποτελέσει και ένα αντίβαρο στις σκληρές διαπραγματεύσεις που αναμένονται με τους ευρωπαίους εταίρους μας για διαγραφή του ελληνικού χρέους.

Οι στόχοι της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής για τα Βαλκάνια αποκαλύπτονται σε ένα έγγραφο με τίτλο «Η ρωσική στρατηγική ήπιας ισχύος» όπου για τη συγκεκριμένη περιοχή αναφέρεται ότι «είναι παραδοσιακά συνδεδεμένη με τη Ρωσία, ότι δεν μπορούμε να περιοριστούμε στο να επενδύουμε μόνο σε εταιρείες. Πρέπει να δαπανήσουμε χρήματα για τις υποδομές, καθώς και για τους ανθρώπους εκεί, όπου βλέπουν τη Ρωσία ως μια εναλλακτική λύση στην εξουσία της Δύσης». Η Μόσχα επιδιώκει, αναφέρουν αναλυτές να γεμίσει εκεί ένα κενό, της Δύσης που υπό-εκπροσωπείται εξαιτίας της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Το Βερολίνο από την άλλη πλευρά επιδιώκει να εμποδίσει τη Μόσχα να αποκτήσει επιρροή μέσα στα Βαλκάνια και ιδιαίτερα στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων. Η Γερμανία αντιλαμβάνεται τη Μόσχα, σύμφωνα με μια ανάλυση του Spiegel, ως αντίπαλο και όχι ως δυνητικό εταίρο και ανησυχεί για την πολιτική του προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν που θέλει να αυξήσει την επιρροή του στα Βαλκάνια». Οι ιθύνοντες της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής εκτιμούν ότι ο Πούτιν προσπαθεί να αποτρέψει την περαιτέρω προσέγγιση ή ακόμα και την ένταξη των κρατών της περιοχής στην ΕΕ.

Η κυβέρνηση της καγκελάριου Άνγκελα Μέρκελ έχει θέσει σε εφαρμογή μια ενεργή πολυδιάστατη διπλωματία με στόχο τα Δυτικά Βαλκάνια, τα οποία αποκτούν για τη γερμανική ηγεσία ξανά ενδιαφέρον ειδικά σε αυτή τη φάση μιας νέας γεωπολιτικής και γεωοικονομικής αναδιάρθρωσης στα πλαίσια του ρωσο-αμερικανικού ενεργειακού ανταγωνισμού και της defacto αλλαγής συνόρων στην περιοχή.

Το Βερολίνο υποστηρίζει την προοπτική της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης για τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων εφόσον αυτές πληρούν όλα τα ενταξιακά κριτήρια και θα κάνει ό,τι είναι απαραίτητο για να φέρει τις χώρες της περιοχής πιο κοντά στην Ε.Ε. και μέσω των προενταξιακών εργαλείων τύπου ΙΡΑ. Παράλληλα δίνει βάρος και στην ενεργειακή διπλωματία με στόχο την προάσπιση της Ευρωπαϊκή Ενεργειακή Πολιτική και επιδιώκοντας τη δημιουργία πλαισίου εργασίας για την Ενεργειακή Κοινότητα της ΝΑ Ευρώπης.

Ο ανταγωνισμός Γερμανίας και Ρωσίας, όπως είναι φυσικό, απαιτεί και τις κατάλληλες συμμαχίες μέσα στη «γεωπολιτική σκακιέρα» της νοτιοανατολικής Ευρώπης, ώστε να δημιουργούνται και τα απαραίτητα στηρίγματα για την προώθηση των στρατηγικών τους.

Γιώργος Ξ. Πρωτόπαπας