Οι αδυναμίες της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας δημιουργούν πολλά ερωτηματικά για το μέλλον της

Αποκαλυπτική για τις αδυναμίες της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας είναι η σχετική μελέτη που δημοσιεύτηκε από το Υφυπουργείο Αμυντικής Βιομηχανίας (SSM) της χώρας αφού σε αυτή επισημαίνεται ότι η πλειονότητα των βιομηχανιών του τομέα αυτού ανήκουν στο κράτος και πιο ειδικά στο Ταμείο των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Το συγκεκριμένο Ταμείο ιδρύθηκε το Σεπτέμβριο του 1987 με βάση τον Νόμο 3388 με στόχο την δημιουργία μιας νέας εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας που θα μπορεί να καλύπτει υψηλό ποσοστό των αναγκών των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων περιορίζοντας την εξάρτηση της Τουρκίας από ξένους προμηθευτές.

Θυγατρικές του Ταμείου είναι η εταιρεία τηλεπικοινωνιακού υλικού, ραντάρ, συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου και ηλεκτροπτικών συστημάτων Aselsan (η οποία πρόσφατα απορρόφησε την εταιρεία στρατιωτικού λογισμικού MIKES), η αεροδιαστημική βιομηχανία TAI, η εταιρεία ηλεκτρονικών Havelsan, η εταιρεία κατασκευή ρουκετών, πυραύλων, πυρομαχικών και θωρακίσεων ROKETSAN, η εταιρεία κατασκευής μπαταριών ASPILSAN, η εταιρεία κατασκευής γεννητριών ISBIR.

Εκτός από τις παραπάνω εταιρείες στις οποίες το Ταμείο κατέχει την πλειοψηφία σημαντική μετοχική συμμετοχή διαθέτει το ίδρυμα σε έξι ακόμη εταιρείες του αμυντικού τομέα. Πρόκειται για την εταιρεία υγειονομικού υλικού TTS, την εταιρεία μηχανολογικού σχεδιασμού STM η εταιρεία διαχείρισης τάνκερ DITAS, η εταιρείας NETAS, η εταιρεία MERCEDES BENZ TURK, η εταιρεία συντήρησης αεροπορικών κινητήρων ΤΕΙ, και την εταιρεία διαχείρισης αεροδρομίων HEAS.

Τέλος εκτός από τις παραπάνω εταιρείες το Ταμείο κατέχει έμμεσα ως θυγατρικές του την εταιρεία μηχανολογικών μελετών για συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου HEVELSAN EHSIM και την εταιρεία μηχανολογικής σχεδίασης συστημάτων ραντάρ HAVELSAN TEKNOLOJI RADAR.

Σε αυτές τις εταιρείες θα πρέπει να προστεθεί και η κρατική MKEK η οποία κατασκευάζει τον φορητό οπλισμό των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων και τα πυρομαχικά καθώς και τα κρατικά ναυπηγεία στο Pendik στο Goltsuk και στη Σμύρνη.

atak2

Τα προβλήματα της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας

Όπως αναφέρει Τούρκος αμυντικός αναλυτής οι περισσότερες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο τομέα της αμυντικής βιομηχανίας είναι δημοσίου συμφέροντος έχουν την έδρα τους στην Άγκυρα, εξαρτώνται σε μεγάλο ποσοστό από τις παραγγελίες του Τουρκικού κράτους και ουσιαστικά πραγματοποιούν εμπορικές συναλλαγές μεταξύ κρατικών φορέων.

Η συγκέντρωση του μεγαλύτερου τμήματος της αμυντικής βιομηχανίας υπό την κρατική σκέπη είχε αναφερθεί σε προγενέστερη μελέτη του Υφυπουργείου και είχε επισημανθεί από τον τότε Διευθυντή τον Μουράτ Μπαγιάρ ο οποίος επιθυμούσε την συγχώνευση κρατικών εταιρειών, την προώθηση της εξωστρέφειας αυτών το κλείσιμο αναποτελεσματικών κρατικών εταιρειών και την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα.

Ένα ακόμη στοιχείο το οποίο εντοπίζεται στην μελέτη αφορά την υπερσυγκέντρωση των συμβολαίων στις μεγάλες εταιρείες οι οποίες με τη σειρά τους αναθέτουν σε υποκατασκευαστές μέρος των συμβολαίων οι οποίοι όμως αποκομίζουν ελάχιστα ποσά από το κόστος της παραγγελίας.

Η πρακτική αυτή εκτιμάται ότι σύντομα θα οδηγήσει στην παρακμή των μικρών εταιρειών οι οποίες χωρίς επαρκή χρηματοδότηση δεν θα μπορέσουν να αντέξουν οικονομικά για αρκετό χρονικό διάστημα ακόμη.

Οι μικρομεσαίες τουρκικές αμυντικές βιομηχανίες δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση, ενώ το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως σε υποκατασκευαστές συστημάτων που χρησιμοποιούνται στις ναυπηγήσεις και εξοπλισμούς πλοίων καθώς και οχημάτων και στρατιωτικού υλικού που χρησιμοποιείται από τον Στρατό.

Το χάσμα μεταξύ των μεγάλων τουρκικών αμυντικών βιομηχανιών και των μικρομεσαίων φαίνεται ξεκάθαρα από το ποσοστό των πωλήσεων που κατέχουν οι πρώτες σε σχέσεις με τις δεύτερες.

Πιο αναλυτικά το 2013 οι συνολικές πωλήσεις της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας στο εσωτερικό και στο εξωτερικό έφτασαν τα 5 δις δολάρια. Από αυτά το 82% δηλ. 4,1 δις δολάρια πραγματοποιήθηκαν από τις 25 μεγαλύτερες σε μέγεθος τουρκικές αμυντικές βιομηχανίες.

Όσον αφορά τους τομείς στους οποίους κατανέμεται το ποσό των πωλήσεων ύψους 4,1 δις δολαρίων το 1,5 δις δολάρια (36,6%) αφορά τον τομέα των ηλεκτρονικών και του λογισμικού, το 1,4 δις δολάρια (34%) τον τομέα της αεροναυπηγικής και τα 518 εκατ. δολάρια τον τομέα κατασκευής χερσαίων συστημάτων.

Το ίδιο έτος η τουρκική αμυντική βιομηχανία επένδυσε 608 εκατ. δολάρια για Έρευνα και Ανάπτυξη νέων προϊόντων, διευρύνοντας έτσι τις δυνατότητες της για την παραγωγή νέων συστημάτων.

T-155_FIRTINA_155mm_Self-Propelled_Howitzer

Από τις 25 μεγάλες εταιρείες που κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο των πωλήσεων οι 13 έχουν την έδρα τους στην Άγκυρα και επέτυχαν πωλήσεις ύψους 2,656 δις δολαρίων ή ως ποσοστό το 53% των συνολικών πωλήσεων των 25 εταιρειών.

Ουσιαστικά οι 13 αυτές εταιρείες κατέχουν την μερίδα του Λέοντος στις πωλήσεις της αμυντικής βιομηχανίας, δημιουργώντας μια ολιγοπωλιακή κατάσταση σε ένα οικονομικό τομέα ο οποίος περιλαμβάνει 300 μικρομεσαίες και μεγάλες εταιρείες. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ασφυξία στις υπόλοιπες εταιρείες οι οποίες κινδυνεύουν με εξαφάνιση.

Όσο και αν ακούγεται υπερβολικό, η τουρκική αμυντική βιομηχανία κινδυνεύει να χάσει αυτή την κρίσιμη μάζα των μικρομεσαίων εταιρειών που αναλαμβάνουν υποκατασκευαστικές εργασίες, στερώντας από τις μεγάλες εταιρείες που αναλαμβάνουν τα εξοπλιστικά ή εξαγωγικά συμβόλαια το ποσοστό της σημαντικής εγχώριας κατασκευής των συστημάτων που αποτελεί βασική αρχή της προσπάθειας του Υφυπουργείου Αμυντικής Βιομηχανίας, μετατρέποντας αυτές σταδιακά σε εταιρείες σχεδίασης, ανάπτυξης και ολοκλήρωσης υποσυστημάτων, πολλά από τα οποία αναγκαστικά θα προέρχονται από το εξωτερικό.

Κατά αυτό τον τρόπο ενδέχεται να αναιρεθεί η διαχρονική προσπάθεια των πολιτικών ηγεσιών της Τουρκίας που πάντοτε επεδίωκαν και μέχρι σήμερα επιδιώκουν την αυτονόμηση των Ενόπλων Δυνάμεων από τις εισαγωγές οπλικών συστημάτων μέσα από την ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας.

Τα παραπάνω προβλήματα είχαν αναλυθεί από τον προηγούμενο Διευθυντή του SSM.

Όμως τρία χρόνια μετά δεν έχει υλοποιηθεί καμία μεταρρύθμιση προς τις κατευθύνσεις που είχε υποδείξει ο Μουράτ Μπαγιάρ και το μόνο που απομένει είναι να δούμε αν ο νέος Διευθυντής του Υφυπουργείου θα συνεχίσει το έργο του προκατόχου του ή θα επαναπαυτεί στις επιτυχίες της τουρκικής βιομηχανίας, η οποία πλέον μπορεί να καλύψει πάνω από το 50% των εξοπλιστικών αναγκών των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων πραγματοποιώντας παράλληλα χάρις στην πολιτική στήριξη που έχει από την κυβέρνηση σημαντικές εξαγωγές κυρίως σε μουσουλμανικές χώρες που δεν μπορούν για πολιτικούς ή οικονομικούς λόγους να αποκτήσουν δυτικά οπλικά συστήματα.

Γιώργος Τσιμπούκης