«Μνήμες πείνας» από μια χρεωκοπία…

Η νέα περίοδος αστάθειας και αβεβαιότητας που διανύουμε επανέφερε εκ νέου στο προσκήνιο την αναζήτηση της εικόνας της οικονομίας την επόμενη μέρα σε περίπτωση που καταγγείλλουμε ως χώρα το μνημόνιο (de jure ή de factο) και άρα τις υποχρεώσεις μας έναντι του προγράμματος αναχρηματοδότησης και χρηματοδότησης της χώρας από την ΕΕ και την τρόικα.

Θα καταγγείλουμε τη δανειακή σύμβαση και το μνημόνιο; Θα φύγουμε από το ευρώ; Θα φύγουμε από τη ΕΕ; Πως θα κυκλοφορεί το χρήμα, θα πηγαίνουμε στις δουλειές μας όπως χθες, θα έχουμε νέες δουλειές, πως θα ψωνίζουμε, τι θα ψωνίζουμε και τόσα άλλα απλά ερωτήματα που συνθέτουν την καθημερινότητα μας;

Οι μνήμες του γράφοντος ανασύρονται από την θητεία του ως ανταποκριτή τη δεκαετία του 1990 που τον βρίσκει τη Γιουγκοσλαβία σε μια καταστροφική οικονομική κατάσταση. Η δυσαρέσκεια του πληθυσμού εντείνεται συνεχώς, η Ένωση των Κομμουνιστών (ΚΚΓ) κυριαρχείται από εσωτερικές διαμάχες και αδυνατεί να επιλύσει τα χρόνια προβλήματα της χώρας. Το μεταρρυθμιστικό οικονομικό πρόγραμμα της τελευταίας γιουγκοσλαβικής Κυβέρνησης, υπό την ηγεσία του Αντε Μάρκοβιτς, παρά τις μικρές επιτυχίες που είχε στην καταπολέμηση του πληθωρισμού, παραμένει χωρίς επίδραση.

Στις πρώτες ελεύθερες κοινοβουλευτικές εκλογές του 1990 νικητές αναδείχθηκαν – ιδιαίτερα στα βόρεια διαμερίσματα της χώρας – μη κομμουνιστικά κόμματα με εθνικιστικές τάσεις. Το γεγονός, ότι στα νότια τμήματα της χώρας τα κομμουνιστικά κόμματα διατήρησαν την εξουσία τους, επισφράγισε οριστικά τη διάσπαση σε δύο πολιτικά στρατόπεδα. Στη νέα κατάσταση τα «εθνικά κόμματα» των αντίστοιχων Δημοκρατιών χαράσσουν διαμετρικά αντίθετους δρόμους. Ενόψει των οξυνόμενων οικονομικών προβλημάτων, καθώς επίσης και των εθνικών εντάσεων ήταν αρκετά εύκολο για τους πολιτικά υπεύθυνους της κάθε Δημοκρατίας, να μεταφέρουν στο λαό την εντύπωση ότι η χώρα τους ήταν και παραμένει θύμα εκμετάλλευσης από τις άλλες Δημοκρατίες. Οι «πλούσιες» Δημοκρατίες αισθάνονταν αδικημένες, οι «φτωχές» όλο και περισσότερο υφιστάμενες εκμετάλλευση.

Η πολιτική κρίση, τα άλυτα οικονομικά προβλήματα καθώς και η επιθυμία της πολιτικής ηγεσίας της Σλοβενίας και της Κροατίας να ιδρύσουν «αμιγή» εθνικά κράτη στο γιουγκοσλαβικό έδαφος, θα αποδειχθούν καθοριστικές αιτίες για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και μάλιστα συνοδευόμενης από εθνικιστικούς πολέμους.

Το γεγονός της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση εθνικών κρατών σε νέα πολιτικοοικονομική βάση.

Oι Σέρβοι από πρωταγωνιστές της πρώην ενωμένης Γιουγκοσλαβίας αισθάνονταν την πίεση ότι σιγά σιγά μετατρέπονταν σε κομπάρσους σε μια παράσταση που είχε γραφεί για λογαριασμό τους. Oι ίδιοι οι Σέρβοι το αισθάνονταν στο πετσί τους. H ανεργία μέσα σε πέντε χρόνια είχε εκτοξευθεί στο 25%, η βιομηχανική παραγωγή έναν χρόνο νωρίτερα είχε πέσει στο 36% σε σχέση με ό,τι ήταν πριν αρχίσει να θρυμματίζεται η χώρα, ενώ ο πληθωρισμός την Πρωτοχρονιά του 1994 έτρεχε με 313.000.000%. Mε τα χίλια ζόρια ο διοικητής της Kεντρικής Tράπεζας, Aβράμοβιτς, έναν χρόνο μετά κατάφερε να τον ρίξει στο 100% για να δεχθεί την επίθεση της Mίρα Mάρκοβιτς, συζύγου του Mιλόσεβιτς -της γυναίκας που όσοι γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα λένε ότι ήταν αυτή που πραγματικά κυβερνούσε τη Σερβία εκείνη την περίοδο- η οποία επέστρεψε τα κρατικά μονοπώλια ανατρέποντας οποιαδήποτε ιδιωτική πρωτοβουλία είχε προκύψει από την παραβίαση του εμπάργκο.

Το 1992, οι πολίτες της Γιουγκοσλαβίας μάχονταν συνέχεια ενάντια στο χρόνο — αγοράζοντας οτιδήποτε μπορούσαν, όταν υπήρχε κάτι για να αγοράσουν. Οι τιμές αυξάνονταν κατά 2% την ώρα ή 64% την ημέρα. Το 1993, ο υπερπληθωρισμός ανήλθε στο ρεκόρ των 400.000 δις τοις εκατό. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, 600 γραμμάρια χοιρινού κρέατος κόστιζαν 26 δηνάρια, ενώ η ίδια ποσότητα τρεις μήνες μετά κόστιζε 21 δις δηνάρια.

Θυμάμαι το 1993 όταν το εμπάργκο είχε προχωρήσει για τα καλά στη Σερβία, όταν ο υπερπληθωρισμός ήταν τόσο μεγάλος, που οι άνθρωποι έπαιρναν το πρωί το μισθό ή τη σύνταξή τους κι έτρεχαν να αλλάξουν τα λεφτά σε γερμανικά μάρκα, γιατί μέχρι το βράδυ θα έχαναν τη μισή τους αξία! Η βενζίνη δεν υπήρχε και όταν υπήρχε περιμέναμε στις τεράστιες ουρές επί ώρες να την προμηθευτούμε, άμα ερχόταν η σειρά μας. Βάζαμε δέκα ή το πολύ είκοσι λίτρα, γιατί δεν υπήρχαν παραπάνω μάρκα. Το παράνομο εμπόριο όλων των ειδών ήταν πάρα πολύ διαδεδομένο, γιατί ήταν ο μόνος τρόπος για πολλές οικογένειες να εξασφαλιστούν τα λεφτά για την επιβίωση τους. Οι τιμές των τροφίμων είχαν φτάσει στα ύψη… Τα ράφια των σούπερ μάρκετ ήταν μονίμως άδεια ή γεμάτα από κάτι σχεδόν άχρηστες κονσέρβες και τουρσιά, μπισκότα και μακαρόνια… Θυμάμαι τις ατελείωτες ουρές για ψωμί, για αλάτι, λάδι, ζάχαρη, καφέ κι άλλα βασικά προϊόντα.

Ο μεγαλύτερος υπερπληθωρισμός στον κόσμο περικόπηκε από το οικονομικό πρόγραμμα του Ντράγκοσλαβ Αβράμοβιτς. Όμως επειδή ο Αβράμοβιτς δεν είχε την απαραίτητη πολιτική στήριξη από τον τότε Πρόεδρο της Γιουγκοσλαβίας Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, οι μεταρρυθμίσεις του δεν διήρκεσαν πολύ. Οι Σέρβοι πολίτες θυμούνται τον υπερπληθωρισμό και την φτώχια, ελπίζοντας σήμερα ότι τίποτα από αυτά δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Η πιο ζωντανή μου ανάμνηση από εκείνες τις ημέρες ήταν ότι ήπια τρία φλιτζάνια καφέ σε ένα εστιατόριο, κάθε ένα από τα οποία κόστιζε περισσότερο από το προηγούμενο.

Ο Αβράμοβιτς αποπειράθηκε να διακόψει αυτό τον πληθωρισμό με ένα οικονομικό πρόγραμμα, το οποίο σταμάτησε την τύπωση χρημάτων χωρίς αντίκρισμα. Ο Μλάντζαν Ντίνκιτς, συγγραφέας βιβλίου για τον υπερπληθωρισμό της Γιουγκοσλαβίας, «Τα Οικονομικά της Καταστροφής», ανέφερε ότι η κίνηση του Αβράμοβιτς ήταν καλή, αλλά δεν διήρκεσε πολύ. Ο Μιλόσεβιτς υπονόμευσε τη νομισματική αλλαγή μέσα σε εννέα μήνες με μια νέα εισροή χρημάτων.

Η εμπειρία από τη διαβίωσή μας την εποχή εκείνη μας φάνηκε εξαιρετικά πολύτιμη μια πενταετία αργότερα την εποχή που το ΝΑΤΟ βομβάρδιζε την ΟΔ Γιουγκοσλαβία.

 

 

Συγγραφέας: Νίκος Αρβανίτης

Νίκος Αρβανίτης

Ο Νίκος Αρβανίτης είναι διαπιστευμένος διπλωματικός συντάκτης στο Βελιγράδι, παρακολουθεί τις εξελίξεις στη Ν.Α. Ευρώπη από το 1991. Διαχειριστής του KomotiniPress.

Αν σας άρεσε το άρθρο και θέλετε να στηρίξετε τον συγγραφέα μπορείτε να κάνετε μια δωρεά.