Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ – Ρωσίας αλλάζει το διεθνές σύστημα ασφαλείας

Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ και Ρωσίας επιστρέφει στη διεθνή διπλωματική σκηνή, καθώς οι δυο δυνάμεις προσανατολίζονται στην επαναφορά ψυχροπολεμικών στρατηγικών εξαιτίας των συνθηκών που διαμορφώθηκαν από την πολιτική της Μόσχας στην ουκρανική κρίση, με την προσάρτηση της ρωσόφωνης Κριμαίας και την ανάφλεξη συγκρούσεων στην ανατολική Ουκρανία. Ουάσιγκτον και Μόσχα ανταγωνίζονται εκ νέου για τη δημιουργία σφαιρών επιρροής που έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο υφιστάμενο διεθνές σύστημα ασφαλείας.

Όμως η πραγματική επίδραση του θα εξαρτηθεί σύμφωνα με αναλυτές από το πώς θα αντιδράσουν οι ΗΠΑ στις προκλήσεις που εγείρονται από τις επιλογές του προέδρου της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Ο ανταγωνισμός στις διεθνείς σχέσεις είναι ένα φυσικό φαινόμενο μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων που επιδιώκουν περιφερειακή κυριαρχία και σφαίρες επιρροής. Ωστόσο ο ανταγωνισμός στον τομέα της ασφάλειας είναι διαφορετικός και ο Πούτιν έχοντας διαπιστώσει ότι δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τη Δύση ιδεολογικά και οικονομικά, επιστρατεύει τα στρατιωτικά μέσα και μια δυναμική διπλωματία σε διακρατικό επίπεδο.

Η ρωσική «αντεπίθεση»

Η προσάρτηση της ρωσόφωνης Κριμαίας και οι τοπικές συγκρούσεις της ανατολικής Ουκρανίας μεταξύ ρωσόφωνων αυτονομιστών και κυβερνητικών δυνάμεων του Κιέβου σηματοδότησαν μια δυναμική επιστροφή της Ρωσίας στην παραδοσιακή σφαίρα επιρροής της, δηλαδή τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Η Μόσχα ενεπλάκη με την Ουάσιγκτον στην Ουκρανία σε ένα «proxy war» που επεκτείνεται με τις κυρώσεις της ΕΕ προς τη Ρωσία και τον «πόλεμο του πετρελαίου» με την πτώση των τιμών, από την περιφέρεια και στη διεθνή διπλωματική σκηνή.

Η Ρωσία επιδιώκει να δημιουργήσει ισχυρές συμμαχίες μέσα στη νοτιοανατολική Ευρώπη προωθώντας τη «διπλωματία των αγωγών» για να υπονομεύσει την προσπάθεια της ΕΕ να περιορίσει την εξάρτησή της από φυσικό ρωσικό αέριο. Η Μόσχα εντάσσει μέσα στην «ενεργειακή σκακιέρα» της νοτιοανατολικής Ευρώπης και την Τουρκία που εξαιτίας της «νέο-οθωμανικής» πολιτικής του προέδρου της Ταγίπ Ερντογάν έχει προβληματικές σχέσεις με τις ΗΠΑ.

Η Μόσχα εγκατέλειψε τον αγωγό φυσικό αερίου South Stream και σχεδιάζει ένα νέο, τον Turkish Stream που θα βγαίνει στην Gazprom για να αποφύγει την ευρωπαϊκή νομοθεσία, που επιβάλλει τον διαχωρισμό της παραγωγής, της μεταφοράς και της πώλησης του φυσικού Την κατασκευή του θαλάσσιου τμήματος του αγωγού θα υλοποιήσει από μόνη της η Gazprom, ενώ στη δημιουργία του χερσαίου τμήματος του σχεδίου θα συμμετάσχει από τουρκικής πλευράς η εταιρία Botas.

Παράλληλα οι σχεδιαστές της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής έχουν συμπεριλάβει τα Βαλκάνια, και δη τα δυτικά Βαλκάνια μέσα στο πλαίσιο της άσκησης μιας στρατηγικής ηπίας ισχύος. Οι στόχοι της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής για τα Βαλκάνια αποκαλύπτονται σε ένα έγγραφο με τίτλο «Η ρωσική στρατηγική ήπιας ισχύος» όπου για τη συγκεκριμένη περιοχή αναφέρεται ότι «είναι παραδοσιακά συνδεδεμένη με τη Ρωσία, ότι δεν μπορούμε να περιοριστούμε στο να επενδύουμε μόνο σε εταιρείες. Πρέπει να δαπανήσουμε χρήματα για τις υποδομές, καθώς και για τους ανθρώπους εκεί, όπου βλέπουν τη Ρωσία ως μια εναλλακτική λύση στην εξουσία της Δύσης». Η Μόσχα επιδιώκει, αναφέρουν αναλυτές να γεμίσει εκεί ένα κενό, της Δύσης που υπό-εκπροσωπείται εξαιτίας της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Η διαμάχη Μόσχας και Ουάσιγκτον επεκτείνεται και σε Μέση Ανατολή και ανατολική Ασία με τη Ρωσία να υπογράφει στρατιωτική συμφωνία με το Ιράν και να επιδιώκει στενή συνεργασία με τη Βόρεια Κορέα, αντίστοιχα.

Αναφορικά με τη ανατολική Ασία η Μόσχα και η Πιονγκγιάνγκ έχουν πρόσφατα αρχίσει σύμφωνα με το περιοδικό The Diplomat νέα οικονομικά προγράμματα και συνεργασίες με στόχο την επέκταση μεταφορικών υποδομών και τη δημιουργία επενδύσεων. Επιπλέον η Μόσχα υποστήριξε την Πιονγιάνγκ όταν οι ΗΠΑ κατηγόρησαν τη Βόρεια Κορέα ότι εξαπέλυσε κυβερνοεπίθεση εναντίον της εταιρείας Sony Pictures για την παραγωγή της πολυσυζητημένης ταινίας «The Interview».

Επίσης ο Βλαντιμίρ Πούτιν προσκάλεσε και τον ηγέτη της Βορείας Κορέας Κιμ Γιονγκ ουν να παρευρεθεί στους εορτασμούς της Victory Day που γίνονται κάθε Μάιο στην Μόσχα. Η κίνηση του Πούτιν ερμηνεύεται ως ένα σημάδι ότι η Ρωσία συνεχίζει να διατηρεί σημαντική διπλωματική επιρροή παρά δυτικές προσπάθειες απομόνωσής της. Παράλληλα η συνεργασία Μόσχας και Πιονγκγιάνγκ υποδηλώνει, σύμφωνα με αναλυτές, ότι οι ρώσοι αποκτούν ένα είδους επιρροής και πάνω στο Τόκιο, καθώς τα ρωσικά και ιαπωνικά υπουργεία Εξωτερικών έχουν ξεκινήσει έναν ευρύ διάλογο για το θέμα της Βόρειας Κορέας. Όταν ο Κιμ καθίσει δίπλα στον Πούτιν στους εορτασμούς της V-Day στη Μόσχα, τα ρωσικά κρατικά ΜΜΕ θα έχουν τη δυνατότητα να αποσπάσουν την προσοχή των θεατών από την πιθανή απουσία πολλών ηγετών της Δύσης – συμπεριλαμβανομένου και του αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος έχει ήδη δηλώσει ότι δεν θα παρευρεθεί.

Οι ιθύνοντες νόες της ρωσικής διπλωματίας εμφανίζονται πρόθυμοι να εξομαλύνουν την κατάσταση στον τομέας της ασφάλειας που επικρατεί στην κορεατική χερσόνησο, τόσο για τους δικούς του λόγους αλλά για να υλοποιήσουν τις οικονομικές και επενδυτικές τους φιλοδοξίες. Οι στόχοι της Μόσχας είναι: η αποφυγή του ξεσπάσματος ενός μεγάλου πόλεμου στην κορεατική χερσόνησο, η αποτροπή προκλήσεων από τη Βόρεια Κορέα που θα δώσει την αφορμή σε επιπλέον χώρες να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα ή βαλλιστικούς πυραύλους, ο περιορισμός ή κατάργηση του πυρηνικού προγράμματος της Βόρειας Κορέας μέσω παροχής θετικών κινήτρων και όχι τιμωριών, η ενθάρρυνση όλων των εμπλεκόμενων πλευρών να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, η αναβάθμιση/κατασκευή των μεταφορικών και ενεργειακών δικτύων όλης της κορεάτικης χερσονήσου και η ενίσχυση της διπλωματικής παρουσίας της Μόσχας στην ανατολική Ασία.

Ο ρωσικές διπλωματικές δραστηριότητες δεν αγνοούν και την ευαίσθητη περιοχή της Μέσης Ανατολής που έγιναν εμφανής με την σύναψη Στρατιωτικής Συνεργασίας μεταξύ Ρωσίας και Ιράν που υπογράφηκε τον Ιανουάριο. Η συμφωνία ερμηνεύεται ως μια κίνηση που από τη μια πλευρά προστατεύει το Ιράν από κάθε μελλοντική στρατιωτική επέμβαση με στόχο τον τερματισμό του πυρηνικού του προγράμματος και από την άλλη διασφαλίζει ότι η Ρωσία θα έχει πάντα μια ανοιχτή αγορά για την αμυντική βιομηχανία της, σε μια περίοδο όπου η ρωσική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα. Η Μόσχα ενδέχεται να εξοπλίσει το Ιραν με αντιβαλλιστικά συστήματα S-300VM αντι των παλαιοτέρων S-300PMU1.

Η στρατιωτική συμφωνία περιλαμβάνει στενή συνεργασία κατά της τρομοκρατίας, ανταλλαγές στρατιωτικού προσωπικού για εκπαιδευτικούς σκοπούς, καθώς και τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί το ναυτικό τους τα λιμάνια των δύο χωρών πολύ συχνότερα. Ρωσία και το Ιράν έχουν επίσης και μια σειρά κοινών γεωπολιτικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, συμπεριλαμβανομένων της καταπολέμησης του σουνίτικου ισλαμικού εξτρεμισμού σε Συρία, Ιράκ και Αφγανιστάν, καθώς και τη διατήρηση ενός σταθερού καθεστώτος διακυβέρνησης στην Κασπία Θάλασσα που αποκλείει τους όποιους δυτικούς δρώντες.

Οι κινήσεις ΗΠΑ και ΝΑΤΟ

Η αμερικάνικη στρατηγική από την πλευρά της έχει επικεντρωθεί στο να απομονώσει διεθνώς τη Ρωσία και να τη στραγγαλίσει οικονομικά μέσων των δυτικών κυρώσεων και του «πολέμου του πετρελαίου». Η Ουάσιγκτον σε συνεργασία με τη ΕΕ προσπαθεί ακόμα να εμποδίσει τη Ρωσία να συνάψει ενεργειακές συμμαχίες με κάποιες χώρες στη νοτιοανατολική Ευρώπη για να μην υπονομευτεί η στρατηγική της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας που έχει να περιοριστεί η εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Την ίδια στιγμή ΗΠΑ και ΝΑΤΟ ετοιμάζονται για κάθε ενδεχόμενη εξέλιξη με την Ουάσιγκτον να εξετάζει τον εξοπλισμό των ουκρανικών κυβερνητικών δυνάμεων και το ΝΑΤΟ να ενισχύει της δυνάμεις τους μέσα στην Ανατολική Ευρώπη.

Η Ατλαντική Συμμαχία δημιουργεί μια νέα δύναμη ταχείας αντίδρασης και έξι κέντρα διοίκησης σε περιοχές κοντά στη Ρωσία. Η νέα δύναμη θα αποτελείται από 5.000 άνδρες και αναμένεται να αναλάβει δράση το 2016. Η προοπτική είναι να ενσωματώσει έως και 30.000 άνδρες και να έχει δυνατότητα ταχύτατης ανάπτυξης μέσα σε 48 ώρες. Τα έξι κέντρα διοίκησης θα έχουν έδρα την Βουλγαρία, την Εσθονία, τη Λετονία, τη Λιθουανία, την Πολωνία και τη Ρουμανία. Το ΝΑΤΟ ανησυχεί σύμφωνα με το Reuters και για τη πυρηνική στρατηγική που θα ακολουθήσει η Ρωσία καθώς υπάρχουν ενδείξεις ότι η Μόσχα ενδέχεται να μειώσει το όριο που επιτρέπει τη χρήση πυρηνικών όπλων σε οποιαδήποτε ένοπλη σύγκρουση που μπορεί να προκύψει. Η απειλή ενός πυρηνικού πολέμου Ρωσίας και ΗΠΑ κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου έχει απομακρυνθεί, αλλά οι δυο χώρες διατηρούν το πυρηνικό οπλοστάσιό τους.

Αναφορικά με το «μέτωπο» της Ουκρανίας ο Μπάρακ Όμπαμα δέχεται τις πιέσεις του Κογκρέσου καθώς Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί γερουσιαστές, σύμφωνα με το USNews υποστηρίζουν ότι ήρθε η ώρα για τον πρόεδρο να δράσει δείχνοντας όχι μόνο τη στήριξή του προς το Κίεβο αλλά και το σεβασμό προς το Μνημόνιο της Βουδαπέστης του 1994 όπου η Ουκρανία συμφώνησε να εγκαταλείψει το πυρηνικό οπλοστάσιό της με αντάλλαγμα εγγυήσεις ασφάλειας από ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία.

Συμπεράσματα

Η κρίση της Ουκρανίας αρχίζει να μεταβάλλει τις δομές του παγκόσμιου συστήματος ασφαλείας με τη Ρωσία να εγκαινιάζει τακτικές με στόχο να επαναφέρει το status της μεγάλης δύναμης που μπορεί να αμφισβητήσει τη μόνη υπερδύναμη, τις ΗΠΑ.

Ο πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έχει προβεί σε μια σειρά από κινήσεις που υποδηλώνουν τις διαθέσεις τους έναντι των ΗΠΑ και των δυτικών συμμάχων τους. Το νέο ρωσικό αμυντικό δόγμα θεωρήθηκε το πρώτο δείγμα καθώς απηχεί τις απόψεις του Κρεμλίνου για τους σύγχρονους κινδύνους που απειλούν την εθνική ασφάλεια της χώρας. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία, η επιδείνωση στις σχέσεις με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, η ενίσχυση των παραδοσιακών απειλών καθώς και η εμφάνιση νέων για την εθνική ασφάλεια, αποτέλεσαν τους κύριους λόγους για την επεξεργασία του που περιέχει και νέες έννοιες όπως «ετοιμότητα κινητοποίησης» και «μηχανισμός μη-πυρηνικής αποτροπής». Η Ρωσία αναζητεί πολιτικές, οικονομικές, στρατιωτικές και ενεργειακές συμμαχίες για να παραμείνει ένα σημαντικός δρώντας της διεθνής διπλωματικής σκηνής.

Οι ΗΠΑ από την άλλη πλευρά χρησιμοποιούν τους συμμάχους τους σε Δύση αλλά και Περσικό Κόλπο για υπονομεύσουν τη ρωσική εξωτερική πολιτική και να απομονώσουν τη Μόσχα. Οι ΗΠΑ που συνεχίζουν να είναι η μόνη υπερδύναμη είναι και αυτές που θα ορίσουν τους κανόνες του «παιχνιδιού», την ένταση της αντιπαράθεσης με τη Μόσχα. Θα διαφανεί σύντομα εάν οι ΗΠΑ προτίθενται να εμπλακούν σε ένα πολύ πιο έντονο ανταγωνισμό με τη Ρωσία διακινδυνεύοντας να χάσουν την υποστήριξή της σε θέματα όπως οι διαπραγματεύσεις για τα πυρηνικά του Ιράν και την αντιμετώπιση του ισλαμικού εξτρεμισμού.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Άμυνα & Διπλωματία, Τεύχος 281, Μάρτιος 2015

Συγγραφέας: Γιώργος Ξ. Πρωτόπαπας

Γιώργος Ξ. Πρωτόπαπας

Δημοσιογράφος - Αναλυτής διεθνών θεμάτων και γεωπολιτικής στο μηναίο περιοδικό Άμυνα & Διπλωματία.