Ο ξαφνικός θάνατος του Ιωάννη Μεταξά και τα σενάρια συνωμοσίας

Ηταν 29 Ιανουαρίου, όταν πριν από 76 χρόνια, η χώρα ξυπνούσε παγωμένη από την αναγγελία θανάτου του δικτάτορα και πρωθυπουργού Ιωάννη Μεταξά.

Ηταν μια περίοδος που τελείωνε με τον ίδιο περίεργο τρόπο που ξεκίνησε. Μην ξεχνάμε ότι ο δρόμος για τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου είχε ανοίξει με μυστηριώδεις θανάτους κορυφαίων πολιτικών ηγετών μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, των Ελευθερίου Βενιζέλου, Παναγιώτη Τσαλδάρη, Γεωργίου Κονδύλη, Κωνσταντίνου Δεμερτζή, Αλεξάνδρου Ζαΐμη και Αλεξάνδρου Παπαναστασίου, και έκλεινε με τον πολυσυζητημένο θάνατο του Μεταξά και την αυτοκτονία του διαδόχου του Αλεξάνδρου Κορυζή, λίγο μετά. Οταν η πολιτική ανακατεύεται με την Ιατρική και οι δύο μαζί συναντούν τη συνωμοσιολογία, τότε προκύπτει ένα πολιτικό-ιατρικό θρίλερ που θα προσπαθήσουμε να ξετυλίξουμε παρακάτω.

Επιστρέφοντας στο θάνατο του Ιωάννη Μεταξά, οι εφημερίδες των ημερών γράφουν για θανατηφόρο νόσο που εκδηλώθηκε στις 7 Ιανουαρίου. Ο Μεταξάς δέχτηκε πολλούς επισκέπτες την ημέρα της ονομαστικής του εορτής, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει περιστατικό σκοτοδίνης που δεν θορύβησε κανέναν, αφού θεωρήθηκε αποτέλεσμα υπερκόπωσης. Δέκα μέρες μετά, εμφανίζει νέα αδιαθεσία, που γίνεται εντονότερη στις 20 Ιανουαρίου. Από εκείνη την ημέρα μέχρι και το θάνατό του παραμένει κλινήρης στο σπίτι του στην Κηφισιά. Η αρχική διάγνωση του καθηγητή Πανεπιστημίου Γεωργόπουλου αναφέρει πυώδη αμυγδαλίτιδα, η οποία δεν μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί με αφαίρεση των αμυγδαλών, λόγω της φλεγμονώδους διόγκωσής τους, του προχωρημένου της ηλικίας και του κινδύνου της ακατάσχετης αιμορραγίας.

Στο ιατρικό συμβούλιο αποφασίζεται αντί της αφαίρεσης των αμυγδαλών η μέση οδός της διάνοιξης του αμυγδαλικού αποστήματος. Η αρχική βελτίωση δημιουργεί την αίσθηση της οριστικής ίασης και ο Μεταξάς αρχίζει να προγραμματίζει εκ νέου την καθημερινότητά του κάνοντας χιούμορ: «Δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Ετσι συμβαίνει με εμάς τα παιδιά, να πρήζονται τα λαιμά μας». Αντίθετα με το χιούμορ του Μεταξά, το πρόβλημα υγείας του όχι μόνο δεν αστειεύεται, αλλά επανέρχεται δριμύτερο με πυρετό και πύον στις αμυγδαλές. Οι θεράποντες γιατροί έχουν επαφές για το περιστατικό με διάσημο Γερμανό γιατρό, ο οποίος επικυρώνει τις ενέργειες των Ελλήνων συναδέλφων του.

Τελικά ο ασθενής δεν αποφεύγει την αιμορραγία. Η καταπόνηση αναζωπυρώνει παλαιό έλκος του δωδεκαδάκτυλου που προκαλεί εντερορραγία. Η αντίστροφη μέτρηση για τον κυβερνήτη του ελληνοαλβανικού πολέμου έχει αρχίσει, ενώ γίνονται οι τελευταίες απελπισμένες απόπειρες αποφυγής του μοιραίου.

Μετά από τρεις, χωρίς αποτέλεσμα, μεταγγίσεις αίματος, φτάνει εσπευσμένα στην Αθήνα ο αρχίατρος του αγγλικού ναυτικού, ο οποίος βάζει ορό στον Μεταξά καθώς και ένα νέο μηχάνημα οξυγόνου. Οι παλμοί πέφτουν από 180 σε 108, αλλά αυτό δεν είναι παρά η τελευταία αναλαμπή. Ο Ιωάννης Μεταξάς πέφτει σε κώμα και τελευταία ελπίδα των οικείων του είναι, κυριολεκτικά, το θαύμα. Αναχωρεί αντιτορπιλικό για την Τήνο ώστε να μεταφέρει στο σπίτι της Κηφισιάς τη θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου, κάτι που δεν γίνεται τελικά, αφού ο ασθενής πεθαίνει.

Το επίσημο ιατρικό ανακοινωθέν της 29ης Ιανουαρίου 1941 αναφέρει τα εξής: «Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Κυβερνήσεως ενεφάνισε προ δέκα ημερών, ήτοι το προπαρελθόν Σάββατον, φλεγμονήν του φάρυγγος, ήτις κατέληξεν εις απόστημα παραμυγδαλικόν. Παρά την έγκαιρον διάνοιξίν του, ως και την μετεγχειρητικήν κατάλληλον θεραπείαν, παρουσίασεν εν συνεχεία τοξιναιμικά φαινόμενα και επιπλοκάς, ως γαστρορραγίαν και ουρίαν, και απέθανεν σήμερον, 6 π.μ.

Οι θεράποντες ιατροί Μ. Γερουλάνος, Β. Μπένσης, Μ. Γεωργόπουλος, Μ. Μακκάς, Ε. Φωκάς, Δ. Δημητριάδης, Ι. Χρυσικός, Γ. Καραγιαννόπουλος, Δ. Κομνηνός, Ν. Λωράνδος, Γ. Οικονομίδης, Ν. Γεωργόπουλος».

Ο αιφνίδιος θάνατος του κυβερνήτη της χώρας εν μέσω ενός παγκοσμίου πολέμου, μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό, προκαλεί «τσουνάμι» φημών και θεωριών συνωμοσίας, με δημοφιλέστερο εκείνο της δολοφονίας του από τους Βρετανούς, που αρκετοί το υποστηρίζουν μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με αυτό, ο ελληνοϊταλικός πόλεμος βρισκόταν σε μια κρίσιμη καμπή και ο Μεταξάς όχι μόνο αρνούνταν τη δημιουργία αγγλικών σταθμών στη χώρα (θεωρώντας ότι αυτό θα αποτελούσε αιτία γερμανικής επίθεσης), αλλά διαπραγματευόταν μυστικά με τους Γερμανούς για ουδετερότητα και κατοχύρωση των κατακτημένων εδαφών στο αλβανικό μέτωπο. Γι’ αυτό το σκοπό μάλιστα είχε στείλει σε μυστική αποστολή στη Γενεύη τον Γεώργιο Πεσματζόγλου. Διαβλέποντας αυτή τη στροφή σε μια κρίσιμη καμπή του πολέμου, οι Βρετανοί δηλητηριάζουν τον Ιωάννη Μεταξά μέσω του Βρετανού γιατρού που βρισκόταν τις τελευταίες ημέρες δίπλα του, αφήνοντας έτσι την πρωτοβουλία των κινήσεων στον φιλοβρετανό, βασιλιά Γεώργιο.

Η -πολύ καλή για τα ελληνικά συμφέροντα για να είναι αληθινή- θεωρία καταρρίπτεται αρχικά από τον ίδιο τον Μεταξά, μέσα από τα απομνημονεύματά του στα οποία έγραφε μέχρι και τρεις εβδομάδες πριν από το θάνατό του: «…καλύτερα να πεθάνωμεν παρά να υποταχθώμεν στον Χίτλερ». Στο ίδιο κλίμα και τα απομνημονεύματα του Πεσματζόγλου, που αναφέρει ότι η διπλωματική αποστολή που του είχε ανατεθεί ήταν να βολιδοσκοπήσει τις προθέσεις της Γιουγκοσλαβίας στον πόλεμο, ενώ εμφάνιζε τον Μεταξά βέβαιο για την τελική ήττα των δυνάμεων του Αξονα, ορίζοντας έτσι το στρατόπεδο όπου έπρεπε να ανήκει η χώρα.

Τα παραπάνω βέβαια δεν αρκούσαν για να κατευνάσουν τις φήμες περί δηλητηρίασης του κυβερνήτη από τους Βρετανούς, σε σημείο μάλιστα που στις 30 Ιανουαρίου, μία μέρα πριν από την κηδεία, η κυβέρνηση να αναγκαστεί, μέσω του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών, να μεταδώσει ανακοίνωση σύμφωνα με την οποία: «Ο δόλιος εχθρός απεπειράθη να εκμεταλλευθή με ψευδολογίας τον θάνατον του Ιωάννου Μεταξά».

Ανεξαρτήτως όλων αυτών, είναι βέβαιο ότι η ξαφνική απώλεια συγκίνησε τον ελληνικό λαό, που εν μέσω της πολεμικής σύρραξης, ξεχνούσε το δικτατορικό καθεστώς και τον τιμούσε ως τον αρχηγό του παλλαϊκού «ΟΧΙ» στο φασισμό. Οι στήλες των εφημερίδων ήταν για ημέρες γεμάτες με διθυράμβους για το νεκρό, ψηφίσματα φορέων και σωματείων για κατάθεση στεφάνων και ποιήματα και επιστολές για το πρόσωπό του, ενώ τα ραδιόφωνα μετέδιδαν μόνο εμβατήρια.

Την ημέρα της κηδείας, στις 31 Ιανουαρίου 1941, σύμφωνα με εγκύκλιο του περίφημου υφυπουργού Δημοσίας Τάξεως Κωνσταντίνου Μανιαδάκη, απαγορεύονταν «άσματα, μουσικά όργανα, ραδιόφωνα κ.λπ. εις παντός είδους κέντρα» ενώ θα παρέμεναν κλειστά όλα τα δημόσια και ιδιωτικά καταστήματα. Η σορός είχε τοποθετηθεί σε δημόσιο προσκύνημα στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης Αθηνών, όπου κατέφθαναν υπό βροχή χιλιάδες πολίτες. Η νέα κυβέρνηση του Αλεξάνδρου Κορυζή είχε κηρύξει οκταήμερο πένθος, την ημέρα της κηδείας όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι φορούσαν πένθιμη ταινία, ενώ όλοι οι φανοστάτες της πρωτεύουσας είχαν σκεπαστεί με σκούρες ταινίες. Στην προσπάθεια να βρεθεί προνομιακός χώρος ταφής για τον εκλιπόντα, κατεδαφίστηκαν γραφεία του Α’ Νεκροταφείου για να φτιαχτεί το μνημείο.

Το βέβαιο είναι ότι ο Ιωάννης Μεταξάς δεν θα μπορούσε να περιμένει καλύτερο τέλος, αφού παρότι εισέβαλε με το χακί στην πολιτική σκηνή και δημιούργησε ένα σκληρό δικτατορικό καθεστώς, στο τέλος της ζωής του ταυτίστηκε με έναν κορυφαίο εθνικό αγώνα, ενώ έφυγε στο απόγειο της λαϊκής αποδοχής, ελάχιστο διάστημα πριν από την ήττα και την Κατοχή.

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής

Via Diplomacy