« Όραμα μου ο επαναπροσδιορισμός της Ελληνικότητας», Του Πέτρου Καψάσκη

Η Ελληνική γλώσσα η οποία ομιλείται και γράφεται επί τρεις χιλιάδες συναπτά έτη είναι το αφετηριακό συγκριτικό πλεονέκτημα που έχει η Ελλάδα στην άσκηση πολιτιστικής διπλωματίας. Η σπουδαιότητα της Ελληνικής γλώσσας έγκειται στο γεγονός ότι λέξεις όπως »κόσμος», »λόγος» ή »σύστημα» δεν αποδίδουν μοναχά μια συγκεκριμένη εννοιολογική σημασία, αντιθέτως νοηματοδοτούν την ανθρώπινη ύπαρξη, εξηγούν την raison d ‘etre και απαντούν στο γιατί συμβαίνουν ορισμένα πράγματα.

Για παράδειγμα η λέξη »statua» που αποδίδεται στα ελληνικά ως άγαλμα χρησιμοποιούνταν από τους Λατίνους για να περιγράψει ένα γλυπτό ή χυτό ομοίωμα ανθρώπινης μορφής ή ζώου που ήταν σταθερό και στεκόταν όρθιο. Η αντίστοιχη λέξη στα ελληνικά είναι «αγάλμα» και προέρχεται από το ρήμα αγάλλομαι με το οποίο σημαίνουμε την χαρά και την ευφροσύνη. Στην αρχαιότητα ονομαζόταν άγαλμα κάθε γλυπτό ομοίωμα από μάρμαρο, ξύλο, μέταλλο ή πηλό το όποιο προκαλούσε ένα αίσθημα αγαλλίασης σε εκείνον που το αντίκριζε. Η Ελληνική γλώσσα είναι το μέσο δια του οποίου μπορούμε να ερμηνεύσουμε και να καθορίσουμε τον κόσμο δηλαδή την ύπαρξη, την συνύπαρξη και τις αρχές που τις αποτελούν.

Το γεγονός πως η Ελληνική γλώσσα είναι ιδιαίτερα δημοφιλής και η εκμάθηση της γίνεται από χιλιάδες νέους των Βαλκανίων σε σχολεία και ιδιωτικά εκπαιδευτήρια αποδεικνύει περίτρανα την δυναμική που έχει η Ελλάδα στην περιοχή αλλά και τις ευκαιρίες που αυτό μπορεί να προσφέρει στον οικονομικό τομέα. Στο Βελιγράδι και στη Σόφια, τα κέντρα εκμάθησης ελληνικών είναι γεμάτα μαθητές. Στα Τίρανα, το Αρσάκειο πρωτοστατεί στην εκπαίδευση των νέων που μαθαίνουν Ελληνικά παράγοντας πολιτισμικό έργο τεράστιας αξίας. Το ίδιο και στη Μολδαβία, που είναι η πιο φτωχή χώρα της Ευρώπης και οι νέοι μαθαίνουν Ελληνικά με απώτερο σκοπό μια καλύτερη ζωή στην Ελλάδα ή σε μια από τις χιλιάδες Ελληνικές επιχειρήσεις στα Βαλκάνια.

Ένα παράδειγμα της ισχύς αλλά και της επιρροής της Ελληνικής γλώσσας σε διεθνές επίπεδο είναι το δελτίο τύπου που κοινοποίησα την 25η Οκτωβρίου 2013, στην εφημερίδα Corriere del Sud με αφορμή την ομιλία μου στη Ρώμη με τίτλο »Il Nemico del Popolo e la Crisi Etica» – »Ο Εχθρός του λαού και η ηθική κρίση». Το δελτίο αυτό γράφτηκε στα ιταλικά αλλά με ελληνικές λέξεις.

Il Nemico del Popolo e la Crisi Etica e’ una retorica contro l’epidemia dell’ omogeneita’. Il trionfo dell’ etica sulla mania di far polemica e’ l’apoteosi dello scetticismo critico che si trova in antitesi con la cachessia di quello ipocrita.»Il Nemico del Popolo», e’ il titolo della mia tesi, e’ una metafora inspirata dal dramma di Henrik Ibsen. Il protagonista Dr. Stockmann e’ un autentico paradigma del anti-idolo; una figura eroica che si trova agli antipodi del sistema politico del periodo storico in cui vive.La mia priorita’ non e’ di sintetizzare e/o analizzare le miriadi d’ agonie del protagonista del drama di Ibsen, bensi’ quella di usare il suo paradigma come un antidoto alla genesi del dogma laico e alla necrosi psichica e spirituale del »cosmos» in cui viviamo oggi.In sintesi, l’emfasi verra’ data alla metamorphosi sociale che avvera’ solo attraverso la metamorfosi della monade. In questa plethora di simboli ritrovιamo non solo il sintomo della crisi economica che ha stigmatizzato la nostra epoca, ma anche l’ ellipsis del pensiero critico che ha generato il carcinoma della »Crisi Etica». La scuola ha perso il suo ruolo e la pedagogia e’ diventata anemica. Il poema epico sembra un sindromo emetico e gli eroi ormai si possono incontrare solo nei cimiteri. Il simmetrico ha dato il suo posto al antisimmetrico e l’estetica e’ di moda paragonarla ad un’ idea eretica. Siamo caustici con l’eterogeneita’ perche’ ci piace vivere in armonia con gli epigoni dell’ omogeneita’ e della tirannia. L’ armonia e’ persa dentro l’ agonia e il pathos e’ diventato anomalia che porta l’uomo alla pseudo-idolatria, simbolo caratteristico della demonecrazia. La mania per l’effimero e l’estremo egoismo ci ha portato sull’ orlo dell’ anathema e del paralogismo.L’esodo dalla crisi non lo si trovera’ nel idiotismo bensi’ in ideali come l’ethos, il pathos e l’ antropocentrismo.

Ο Εχθρός του Λαού και η ηθική κρίση είναι μια ρητορική κατά της επιδημίας που έφερε η ομοιογένεια. Ένας θρίαμβος της ηθικής επί της μανίας για πολεμική, η αποθέωση της κριτικής σκέψης κατά της καχεξίας της υποκριτικής σκέψης. »Ο Εχθρός του Λαού», που είναι ο τίτλος της ομιλίας μου, είναι μια μεταφορά εμπνευσμένη από το δράμα του Ερρίκου Ίψεν. Ο πρωταγωνιστής, δρ. Στόκμαν, είναι το αυθεντικό παράδειγμα του αντι-ιδόλου, μια ηρωική φιγούρα που στέκει στον αντίποδα του πολιτικού συστήματος της εποχής του. Η προτεραιότητα μου δεν είναι να συνοψίσω ή να αναλύσω τις μυριάδες αγωνίες του πρωταγωνιστή του ιψενικού δράματος, αλλά να χρησιμοποιήσω το παράδειγμα του σαν αντίδοτο στη γέννηση στερεοτύπων και λαϊκών δογμάτων που σκοπό έχουν την νέκρωση της ψυχής του κόσμου στον οποίον ζούμε σήμερα. Εν συνόψει, η έμφαση θα δοθεί στη μεταμόρφωση της κοινωνίας μας που θα επέλθει μόνο δια της μεταμορφώσεως της μονάδας. Μέσα σε αυτή την πληθώρα συμβόλων δεν βρίσκουμε μόνο το σύμπτωμα της οικονομικής κρίσης που στιγμάτισε την εποχή μας αλλά και την έλλειψη της κριτικής σκέψης, η οποία γέννησε το καρκίνωμα της ηθικής κρίσης. Το σχολείο έχασε πια τον ρόλο του και η παιδαγωγία έγινε ανεμική.

Το επικό ποίημα μετουσιώθηκε σε εμετικό σύνδρομο και οι ήρωες τώρα πια βρίσκονται μόνο στα κοιμητήρια. Το συμμετρικό έδωσε την θέση του στο αντισυμμετρικό και η αισθητική έγινε της μόδας να την παρομοιάζουμε με μια ιδέα αιρετική. Είμαστε καυστικοί με την ετερογένεια, καθώς μας αρέσει να ζούμε σε αρμονία με τους τυράννους επίγονους της ομοιογένειας. Η αρμονία χάθηκε μεσ’ στην αγωνία και το πάθος έγινε ανωμαλία που ωθεί τον άνθρωπο στην ειδωλολατρία χαρακτηριστικό σύμβολο της δαιμονοκρατίας. Η μανία για το εφήμερο και τον άκρατο εγωισμό μας έφερε το ανάθεμα και τον παραλογισμό. Η έξοδος από την κρίση δεν βρίσκεται στον »ιδιωτισμό», αλλά σε ιδέα όπως το ήθος, το πάθος και ο ανθρωποκεντρισμός.

Επιμένω πολύ στη σημασία της γλώσσας, γιατί έχω την βαθιά πεποίθηση πως η γλωσσική και η εκπαιδευτική διείσδυση αποτελούν αυτό που οι Γάλλοι αποκαλούν «le chaval de Bataille» της πολιτιστικής διπλωματίας. Ο όρος «latinita’» είναι μια έννοια άρρηκτα συνδεδεμένη με την καθολική πίστη η οποία συνεπάγεται τη πνευματική και ηθική υποταγή στη Ρώμη και άρα στη «Λατινική πνευματικότητα» (latinita’ spirituale). Την εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η Ευρώπη βρισκόταν υπό την εξουσία της Ρώμης, ενώ η Ανατολική Ευρώπη παρέμενε καθ’όλη την διάρκεια της ιταλικής Αναγέννησης υπό την επιρροή της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής δραστηριότητας της Ρώμης. Όπως υποστηρίζει ο καθηγητής Stefano Sartoro οι Ρουμάνοι, οι Σλοβένοι, οι Ούγγροι, οι Σλοβάκοι, οι Πολωνοί και οι Κροάτες θεωρούνται λαοί Λατινικής προέλευσης. Και είναι ακριβώς σε αυτές τις χώρες που θα πρέπει να επικεντρώσει τις πολιτιστικές δραστηριότητες της η Ιταλική Διπλωματία.Ένας τρόπος για να πραγματοποιηθεί αυτή η πολιτική είναι μέσω της προώθησης των κλασικών κειμένων ποιητών και φιλοσόφων του ελληνο-ρωμαϊκού πολιτισμού στη διεθνή αγορά, που εκτός από την εμπορική τους δύναμη θα μπορούσαν να ενισχύονται από τις κατά τόπους διπλωματικές αρχές της Ελλάδας και την Ιταλίας.

Εκκλησία και Πολιτισμός

Στο πλαίσιο της πολιτιστικής διπλωματίας, δεν πρέπει να λησμονούμε τον ρόλο της εκκλησίας.Η οικουμενική αξία που φέρουν η καθολική και η ορθόδοξη εκκλησία είναι ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα και την Ιταλία, και τις σχέσεις τους με τον υπόλοιπο κόσμο. Η γνώμη μου είναι, ότι η θρησκεία είναι αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής διπλωματίας, διότι εδραιώνει ένα κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ των λαών. Δεν είμαι σίγουρος αν μπορούμε να έχουμε τις ίδιες προσδοκίες από την οικονομική επιστήμη, την πρόοδο της τεχνολογίας ή οποιαδήποτε άλλη μορφή ανταλλαγής αγαθών.

Πιστεύω ακράδαντα πως σε μια υποθετική συνάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού με τον Ρώσο ομόλογό, η χώρα μας θα ωφελούνταν ποικιλοτρόπως και παντειοτρόπως σε μεγάλο βαθμό, εάν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος ερχόταν σε επαφή με τον Πατριάρχη Μόσχας και πάσης Ρωσίας Κύριλλο Ι. Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες Παλαιολόγοι συνοδεύονταν πάντα στις αποστολές τους από υψηλόβαθμους αξιωματούχους ιερείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η Ελλάδα σε αντίθεση με την Ιταλία αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα σε αυτόν τον τομέα. Από τη μία πλευρά η Ρώμη διατηρεί την διπλή ταυτότητα της ως πρωτεύουσα της Ιταλίας και της Αγίας Έδρας, πράγμα που ενισχύει τον πολιτιστικό της ρόλο στον κόσμο κι από την άλλη πλευρά, η Αθήνα είναι πρωτεύουσα της Ελλάδας αλλά όχι και του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης είναι ο διεθνής θεσμός που διασώζει επί δέκα επτά αιώνες, με αδιάκοπη ιστορική συνέχεια, την ελληνική οικουμενικότητα.

Ο καθηγητής Χρ. Γιανναράς επισημαίνει πως η Τουρκία με την συνθήκη της Λωζάνης κατάργησε τον ρόλο του Πατριάρχη ως επικεφαλής του γένους κι αφαίρεσε τον νομικό χαρακτήρα του Πατριαρχείου υποβιβάζοντας την μακροχρόνια συνέχεια του Ελληνικού πολιτισμού με μια απλή νομοθετική ρύθμιση. Με αυτόν τον τρόπο η Τουρκία ελέγχει τη δύναμη και την ικανότητα του ελληνικού πολιτισμού να επηρεάζει και να πείθει στις διεθνείς σχέσεις, καθώς και να εκβιάζει ρητά ή σιωπηρά την Ελλάδα κρατώντας όμηρο το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις διαφορές μεταξύ των δύο χωρών όσον αφορά στη Κύπρο, στον επιχειρησιακό έλεγχο του Αιγαίου, στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, στο εύρος της Αιγιαλίτιδας ζώνης και του εναέριου χώρου στο Αιγαίο.

Από την άλλη πλευρά, το Βατικανό διαθέτει ευρεία διεθνή αναγνώριση από την εποχή που ο παπισμός ασκούσε την κυριαρχία του στην κατακερματισμένη Ευρώπη, ακόμα και μετά την συνθήκη της Βεστφαλίας το 1648, κατά την οποία ισχυροποιήθηκε σημαντικά ο ρόλος του έθνους-κράτους. Η Αγία Έδρα είναι ένας από τους παλαιότερους παίκτες στη διεθνή σκακιέρα. Η διπλωματία της θεωρείται από τις πιο ισχυρές παγκοσμίως, καθώς συγκεντρώνει περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο καθολικούς σε όλον τον κόσμο. Παρά το γεγονός, ότι με τη Συνθήκη του Λατερανού το 1929 ο Πάπας απέκτησε το προνόμιο να είναι σε θέση να ασκεί τα καθήκοντά του ως επικεφαλής της Καθολικής Εκκλησίας χωρίς την επιρροή ή την παρέμβαση άλλων κρατών, εν τούτοις η Ιταλική Διπλωματία από το 1872 και εντεύθεν λάμβανε πάντοτε υπόψιν της τον ρόλο του Βατικανού στις εξωτερικές της σχέσεις με τα άλλα κράτη.

Πολιτιστικός Τουρισμός και Brand Diplomacy

Όταν ομιλούμε περί πολιτισμικού τουρισμού, εννοούμε την άσκηση πολιτιστικής πολιτικής μέσω γεωγραφικών περιοχών με πλούσια πολιτιστική κληρονομιά. Στην αρχαία εποχή οι πόλεις του Καστέλ Ντελ Μόντε, του Τρούλι ντι άλμπερο Μπέλλο και του Σάσι της Ματέρας της Πούλιας και της Μπασιλικάτας ανήκαν από το 1208 μέχρι το 1250 στον Φρειδερίκο Β΄ Χοχενστάουφεν, βασιλιά της Σικελίας (1198-1250), αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (1220-1250) και τιτουλάριο Βασιλέα της Θεσσαλονίκης. Ο Φρειδερίκος Β’ ήταν Υιός και διάδοχος του Γερμανού Αυτοκράτορα Ερρίκου ΣΤ΄ και της Κωνσταντίας της Σικελίας, κόρης του βασιλιά Ρογήρου Β΄, καθώς επίσης και ξάδελφος του Φρειδερίκου του Α’ λεγόμενου Βαρβαρόσσα. Ο αγαπημένος καλοκαιρινός προορισμός του βασιλιά Φρειδερίκου ήταν η Πούλια. Στις πόλεις του Καστέλ Ντελ Μόντε, του Τρούλι ντι άλμπερο Μπέλλο και του Σάσι της Ματέρας σώζονται ακόμα το βασιλικό κάστρο στο οποίο παραθέριζε ο βασιλιάς με την οικογένεια του αλλά και τα μνημεία της οικογένειας του. Ακριβώς αυτή θα μπορούσε να είναι και η πολιτιστική σύνδεση της Νότιας Ιταλίας με το Γερμανικό Land Baden-Württemberg με σκοπό να γίνει γνωστό στο ευρύ κοινό της Γερμανίας η ευρύτερη περιοχή της Πούλιας και της Μπασιλικάτας. Όπως παρατηρεί ο κοινωνιολόγος John Clammer, στη σύγχρονη εποχή, η αγορά κάποιου αντικειμένου είναι η απόκτηση μιας ταυτότητας. Όποιος αγοράζει ένα αντικείμενο ιταλικής προέλευσης αποκτά ένα μέρος, μια ιδέα, ένα σύμβολο του ιταλικού τρόπου ζωής.

Η επιρροή των τεχνών στην Πολιτιστική Διπλωματία

Όταν ομιλούμε περί πολιτιστικής Διπλωματίας, εννοούμε την άσκηση εξωτερικής πολιτικής διά των τεχνών και των γραμμάτων, της γλώσσας και της θρησκείας. Αυτή είναι μία πολιτική η οποία στοχεύει στη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των κρατών, αλλά και στην επιρροή της κοινής γνώμης καθώς και των πολιτικών κέντρων λήψεων αποφάσεων. Κατά την άποψη μου, δεν υπάρχει κομψότερος και αποτελεσματικότερος τρόπος άσκησης εξωτερικής πολιτικής μέσω του πολιτισμού. Πόσο μάλλον όταν ομιλούμε για την Ελλάδα, το Λίκνο του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Για να αντιληφθούμε καλύτερα την σημασία του πολιτισμού στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής μίας χώρας, φτάνει να σκεφτούμε την τέχνη της jazz και του rock’n’roll, με «πρεσβευτές» όπως ο Armstrong, οι Rolling Stones κι άλλοι μέσω των οποίων η Αμερική προσπάθησε να διαδώσει ψυχροπολεμικά τα ιδανικά της ελευθερίας του Δυτικού κόσμου. Από την άλλη, η Σοβιετική Ένωση άσκησε ισχυρή πολιτιστική διπλωματία δια του μπαλέτου του Bolshoi ή του Kirov, με χορευτές όπως ο Μπαρίσνικοφ ή ο Νουρέγιεφ, οι οποίοι άφησαν ανεξίτηλα το πολιτιστικό τους στίγμα διεθνώς. Να υπομνήσω επίσης την εκστρατεία της CIA τις δεκαετίες 1950 και 1960, με κύριο στόχο την εξουδετέρωση της σοβιετικής προπαγάνδας, την διάδοση του αμερικανικού τρόπου ζωής (κινηματογράφο, βιβλία, μουσική), καθώς και την χορηγία σημαντικού αριθμού υποτροφιών σε υπηκόους τρίτων χωρών.

Φέτος στο Μέγαρο Μουσικής για παράδειγμα, παίχτηκαν σε εξουθενωτική επανάληψη από τις 15 Δεκεμβρίου μέχρι το Πάσχα, τα αξιαγάπητα κατά τα άλλα μουσικά έργα του Τσαϊκόφσκι.« H Λίμνη των Κύκνων», «ο Καρυοθραύστης», και η καταπληκτική «Ωραία Κοιμωμένη» την ίδια στιγμή που έργα όπως αυτά του Επτανήσιου Παύλου Καρρέρη (η Σουλιώτισσα ηρωίδα Δέσπω, η κυρά Φροσύνη, ο Μπότσαρης και πλείστα άλλα) λησμονούνται αδίκως και ιδιαίτερα κατά την 25η Μαρτίου.

Σε μεγάλες εορτές όπως τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα θα μπορούσαν να παίζονται στις ελληνικές μουσικές σκηνές έργα, όπως το χριστουγεννιάτικο Δαχτυλίδι της μάνας του Μ. Καλομοίρη ή κατά την περίοδο του Πάσχα η συγκλονιστική «Συμφωνία της Λεβεντιάς» στο 4ο μέρος της οποίας η χορωδία ψέλνει «Τη Υπερμάχο». Πιστεύω ακράδαντα, πως θα ήταν προς όφελος μας να δημιουργηθεί μια Ελληνική μόδα γύρω από αυτές τις μεγάλες εορτές κατά το παράδειγμα των Αυστριακών, οι οποίοι με το Πρωτοχρονιάτικο κονσέρτο τους καταφέρνουν να προσελκύουν πάνω τους τα βλέμματα όλου του κόσμου. Η άσκηση Πολιτιστικής Διπλωματίας, θα έπρεπε να είναι η μόνη άσκηση εξωτερικής πολιτικής αυτής της χώρας κι οι τέχνες της, η μόνη γλώσσα επικοινωνίας του πολιτισμού της. Μόνο μέσω αυτής της πολιτικής είναι δυνατόν να επιτευχθούν οι πολιτικοί και διπλωματικοί μας στόχοι και να επηρεάσουμε διαδικασίες λήψεων αποφάσεων.

Πέτρος Καψάσκης

Υποψήφιος Διδάκτωρ Πολιστικής Διπλωματίας

Γιώργος Ξ. Πρωτόπαπας