Πέτρος Δ. Καψάσκης: «Ο υποψήφιος διδάκτωρ Πολιτιστικής Διπλωματίας αναγεννά τον Ελληνικό Πολιτισμό»

Στα σημερινά χαλεπά χρόνια που διανύει ο ελληνισμός, ένας νέος άνθρωπος, ένας πολιτικός και ιστορικός επιστήμων υψώνει το ανάστημά του και τολμά να μιλήσει με αρετή και γνώση πάνω στα πολιτιστικά ζητήματα- και όχι μόνο – της χώρας.

Ο Πέτρος Δ. Καψάσκης γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά κατάγεται από τη Ζάκυνθο, όπου η οικογένεια του εγκαταστάθηκε στο νησί περί τα 1534. Εν συνεχεία φοίτησε στο Ιταλικό Γυμνάσιο της Ρώμης «Βιτόριο Αλφιέρι» και συνέχισε το λύκειο στο διεθνούς φήμης ιταλικό ινστιτούτο Μαρία Μοντεσσόρι της Ρώμης. Κατόπιν εισήχθη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όπου και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Ιστορία, ενώ παράλληλα πραγματοποίησε την πρακτική του στο Υπουργείο Εξωτερικών και τη Διπλωματική Ακαδημία. Εν συνεχεία, αφού ολοκλήρωσε την στρατιωτική του θητεία, μετεκπαιδεύτηκε στο Λονδίνο στο Τμήμα της Γεωπολιτικής και Ασφάλειας του Royal Holloway University of London. Σήμερα βρισκεται στην Αθήνα, όπου θα συνεχίσει με το διδακτορικό του στη Πολιτιστική Διπλωματία.

Δημοσιογράφος: Κύριε Καψάσκη μιλήστε λίγο για το εαυτό σας. Πως αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τις Πολιτικές Επιστήμες και την Ιστορία; Ήταν κάτι που σας άρεσε από την παιδική σας ηλικία;

Πέτρος Καψάσκης: Kα. Λούρου η ερώτηση σας με ταξιδεύει αρκετά πίσω στον χρόνο. Ήμουν στο δημοτικό ακόμα όταν θυμάμαι τον εαυτόν μου να ταυτίζεται αταλάντευτα με την παιδιατρική επιστήμη. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τον παιδίατρο μου κάθε φορά που χρειαζόταν να κάνω ένα εμβόλιο ή οποιαδήποτε άλλη μορφή εξέτασης να λέει στη μητέρα μου με περίσσια υπερηφάνεια στη φωνή και βλέμμα σταθερό: «Κυρία Καψάσκη αυτό το πράγμα που συμβαίνει σε κάθε εξέταση ο υιός σας να κοιτάζει το εμβόλιο με τόση ψυχραιμία και δίχως τη παραμικρή διαμαρτυρία οφείλω να σας ομολογήσω πως δεν συμβαίνει συχνά». Ο ιατρός είναι ήταν ένας έντιμος άνθρωπος και ένας ακέραιος χαρακτήρας στα χέρια του οποίου ένιωθε κανείς απόλυτη εμπιστοσύνη. Έτσι, ταυτίστηκα με την εικόνα αυτή και μου έγινε έμμονη ιδέα να γίνω παιδίατρος. Όμως υπήρχε ένα θεμελιώδες πρόβλημα. Μου διέφευγε πως η καλή σχέση που είχα αναπτύξει εγώ με τον πόνο μετουσιωνόταν αμέσως σε βασανισμό όταν επρόκειτο να έρθω αντιμέτωπος με το τραυματισμένο πόδι ή χέρι κάποιου συμμαθητή μου. Η σκέψη να σπουδάσω πολιτικές επιστήμες και η ιστορία ήρθε πολύ αργότερα, στα 16 μου, όταν αποφάσισα πως θέλω να ασχοληθώ συνειδητά με την διπλωματία. Ζούσα στη Ρώμη εκείνη την περίοδο και σας εξομολογούμαι πως μέχρι εκείνη την ηλικία είχα σχηματίσει μια άοσμη γκρίζα και άγευστη εικόνα για τους υπαλλήλους των υπουργιών και δη τους διπλωματικούς. Όλα άλλαξαν όμως όταν εκείνη την περίοδο, στην Ρώμη γνώρισα ένα διπλωμάτη που ήταν τελείως διαφορετικός και ασυμβίβαστος . Ήταν άνθρωπος καθαρός έντιμος και συνετός. Από τότε πρέπει να σας πω ότι άλλαξα άρδην την άποψη μου και η ενασχόληση μου πια με την διπλωματία, και δη την πολιτιστική, νοηματοδοτεί την ουσία της ύπαρξης μου.

Δημοσιογράφος: Έχετε κάποιο πρότυπο, κάποια προσωπικότητα που να ξεχωρίζετε στη ζωή σας;

Π.Κ.: Ναι, ονομάζεται Dr. Stockmann και ήταν ιατρός όμως δεν ξέρω αν υπήρξε ποτέ στην ζωή. Το μόνο που ξέρω να σας πω είναι πως έμεινε στην ιστορία ως ένας εχθρός του Λαού. Αλλά για να είμαι ειλικρινής αυτό δεν μου προκαλεί εντύπωση καμιά. Άλλωστε, αυτός δεν είναι ο τίτλος που απονέμεται στους απανταχού υπηρέτες της δικαιοσύνης; Σάμπως με κώνειο δεν μεθούν οι ευαγγελιστές της αλήθειας;

Δημοσιογράφος: Μόλις 29 ετών και είστε ήδη υποψήφιος διδάκτωρ Πολιτιστικής Διπλωματίας. Ποια είναι τα αισθήματα σας, πιστεύετε ότι όποιος προσπαθεί τελικά αμείβεται;

Π.Κ.: Θα έλεγα πως η προσπάθεια, και δη η έντιμη, όχι μόνο δεν αμείβεται αλλά πολλές φορές εξοβελίζεται. Δυστυχώς, σε κάθε χώρο διαπιστώνω πως υπάρχει μια κλειστή κάστα επιφανών ασημαντοτήτων που καθορίζει και διαμορφώνει εδώ και χρόνια το γούστο και την αισθητική μας έχοντας ως μοναδικό μέτρο κρίσης τον αντιπροσωπευτικό μέσο όρο. Μας καίνε στην πυρά της πληκτικής τους ομοιομορφίας εξυμνώντας διά τιμών και ροδοπετάλων καθετί απρόσωπο και υποταχτικό επειδή έτσι το επιβάλλει η κυριαρχία των συνόλων. Καθετί που δεν συμμορφώνεται στην προκρούστεια λογική του ολοκληρωτικού ολισμού, οτιδήποτε μοναδικό και διαφορετικό θεωρείται αιρετικό και ρίχνεται στην πυρά. Ενώ στα πανεπιστήμια του εξωτερικού η ελεύθερη και η κριτική σκέψη αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την αποφοίτηση του σπουδαστή, στην Ελλάδα αρκούμαστε στην ένταξη μας σε κάποια κομματική παράταξη η οποία ενώ ασκεί το ρόλο του νταβατζή εντός του πανεπιστημίου προστατεύεται και με άσυλο. Ωστόσο για να επανέλθω στο αφετηριακό σας ερώτημα ποτέ δεν είδα ως αμοιβή τους βαθμούς, τα διπλώματα ή την επαγγελματική μου αποκατάσταση. Από τα μαθητικά μου κιόλας χρόνια η μόνη μου ευχαρίστηση ήταν η ανιδιοτελής προσφορά στον άνθρωπο που έχει ανάγκη. Στην ζωή άλλωστε δεν έχει σημασία κανείς τι ξέρει αλλά τι προσφέρει. Η γνώση αν δεν κοινωνείται μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο σε βασανιστικό αδιέξοδο.

Δημοσιογράφος: Τι ακριβώς πρεσβεύει για εσάς ο όρος «πολιτιστική διπλωματία»;

Π.Κ.: Η πολιτιστική διπλωματία συνεισφέρει στην δημιουργία «ενός θεμελίου εμπιστοσύνης» μεταξύ των κρατών και συντελεί στην σύναψη συμφωνιών σε πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο. Αναδεικνύει τις αξίες του πολιτισμού και δημιουργεί σχέσεις συναισθηματικής εγγύτητας με αλλοεθνείς λαούς, οι οποίες υφίστανται πέρα από τις αλλαγές των κυβερνήσεων. Αυτό όμως που την διαφοροποιεί από την παραδοσιακή διπλωματία είναι ότι μπορεί να πείσει και να επηρεάσει τους πολίτες άλλων κρατών μέσω των τεχνών και των επιστημών, της γλώσσας και της θρησκείας, γεγονός που δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω παραδοσιακών διπλωματικών λειτουργιών. Η πολιτιστική διπλωματία αποτελεί μια πτυχή της διπλωματίας που μέχρι σήμερα δεν έχει χρησιμοποιηθεί επαρκώς στην οικοδόμηση καλύτερων διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των κρατών και παρόλο που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως γέφυρα που συνδέει τα κράτη βελτιώνοντας τις μεταξύ τους σχέσεις, έχει υποτιμηθεί και σε πολλές περιπτώσεις παραμεληθεί. Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’30 ακόμα κι αν η πολιτιστική προπαγάνδα ή η δημόσια διπλωματία υπήρχαν υπό διάφορες μορφές ουδέποτε αποτέλεσαν μέρος της πολιτιστικής διπλωματίας καθώς η πολιτιστική διπλωματία βασίζεται στον διάλογο και όχι στον μονόλογο.

Δημοσιογράφος: «Ρώμη και Αθήνα, οι αιώνιες πόλεις». Πως ξεκίνησε αυτό το εγχείρημα που είδαμε τον Φεβρουάριο στο Ίδρυμα Θεοχαράκη;

Π.Κ.: Αφορμή ήταν η πρόταση που έστειλα στην πρόεδρο του ομίλου για την Unesco Τ.Λ.Ε.Ε. ερίτιμη κα. Δέσποινα Διακοβασίλη να διοργανωθεί το πρώτο ελληνο-ιταλικό συνέδριο πολιτιστικής διπλωματίας ”Βύρων Θεοδωρόπουλος”, αφιερωμένο στον μεγάλο Έλληνα διπλωμάτη. Το πρώτο συνέδριο έλαβε χώρα στη Ρώμη και το δεύτερο στην Αθήνα σε μια εποχή κατά την οποία η Ιταλία είχε αναλάβει την προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Εντός της προτάσεως αυτής συμπεριέλαβα διαλέξεις, χορωδιακές μουσικές και άριες, απαγγελίες ποιημάτων, και βραβεύσεις επιφανών εκπροσώπων του Ελληνικού και Ιταλικού πολιτισμού όπως αυτές του καθηγητή και συμβούλου του προέδρου της Δημοκρατίας της Ιταλίας Λουίς Γκοντάρτ, της γλύπτριας Σοφίας Βάρη, του διεθνούς φήμης βαθύφωνου Δημήτριου Καβράκου, της διεθνούς φήμης υψιφώνου Δήμητρας Θεοδοσίου, της τραγουδίστριας και ποιήτριας Γιοβάννας και πλείστων άλλων.

Δημοσιογράφος: Οι Έλληνες ως έθνος είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με την ιστορία τους. Πιστεύετε ότι η νέα γενιά ακολουθεί αυτό το πρότυπο πορείας ή γαλουχείται με άλλα μέσα μοντερνισμού και ξενομανίας;

Π.Κ.: Έχω την αίσθηση ότι το πρόβλημα που βιώνει η ελληνική κοινωνία σήμερα είναι αρκετά βαθύτερο. Η ξενομανία που αναφέρατε δεν νομίζω πως είναι το αίτιο αλλά το αιτιατό. Το μείζων ζήτημα εδώ είναι ότι δεκαετίες τώρα έχουμε σταματήσει να κομίζουμε ετερότητα πολιτισμού στο διεθνές γίγνεσθαι. Η ξενομανία και η μίμηση είναι φαντάσματα που στοιχειώνουν κοινωνίες οι οποίες ζουν σε χρόνια αφασία και των οποίων η σχέση με τον χρόνο έχει πλήρως διαρρηχθεί. Σε έναν εταιρισμό κρατών το κάθε μέρος ξεχωριστά καθίσταται χρήσιμο και λειτουργικό όταν έχει κάτι το καινούργιο να πει. Αν δεν επιθυμούμε να είμαστε ταυτισμένοι με τον ρόλο του δουλοπάροικου θα πρέπει επιτέλους να αποφασίσουμε ποια θέλουμε να είναι η εικόνα μας στα μάτια των ξένων. Και αυτή είναι η ώρα. Αυτή η κρίση είναι μια ευκαιρία για αυτήν ακριβώς την αλλαγή. Το πρώτο βήμα το κάναμε και απελευθερωθήκαμε από τον τουρκικό ζυγό. Τώρα ήρθε η ώρα να απελευθερωθούμε και από τον εαυτό μας.

Δημοσιογράφος: Η Ελληνική γλώσσα είναι η μητέρα όλων των γλωσσών. Οι Έλληνες πόσο πολύ τη σέβονται, τη στιγμή που οι ξένοι λαοί την εκθειάζουν;

Π.Κ.: Το ζήτημα της γλώσσας εντάσσεται στο ευρύτερο πολιτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα από την περίοδο της μεταπολίτευσης. Άποψις μου αλλά και πεποίθηση βαθιά είναι πως το προκαταρκτικό ζήτημα που πρέπει να συζητηθεί προκειμένου να καταστεί εφικτή μια αποτελεσματική πολιτιστική πολιτική για την Ελλάδα είναι in primis η τεκμηρίωση της γλωσσικής ικανότητας και της πολιτιστικής ετερότητας του ελληνισμού καθώς και η συνειδητοποίηση της ενιαίας, ομοιόμορφης και αμιγούς εθνικής ολότητας του. Η ιδέα του έθνους και της πατρίδας στην Ελλάδα επηρεάστηκε έντονα από την εγκαθίδρυση του δικτατορικού καθεστώτος των συνταγματαρχών κατά την περίοδο 1967-1974. Ως εκ τούτου, μετά την περίοδο της Χούντας το αίσθημα της εθνικής υπαγωγής των Ελλήνων δεν αποτελούσε πια έναν ενεργό άξονα πολιτικής και κοινωνικής ενότητας. Σήμερα ο ελληνικός πολιτισμός παρουσιάζει ένα μεγάλο ”κενό” στην πειστική αφήγηση της εθνικής του ιστορίας. Χωρίς την ανοικοδόμηση μιας κοινής μνήμης, θα είναι αδύνατο να δημιουργηθεί στην Ελλάδα μια διαρκής πολιτιστική ανάπτυξη με μια κοινή«αίσθηση του ανήκειν».

Δημοσιογράφος: Ως νέος άνθρωπος και επιστήμονας τι συμβουλή θα δίνατε στην νέα γενιά των Ελλήνων;

Π.Κ.: Αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη ερώτηση. Αν θα μπορούσα ποτέ να δώσω μια συμβουλή επιτρέψατέ μου αυτή να ήταν το ευαγγελικό «Άνω σχώμεν τας καρδίας». Θέλω να πω, ας είμαστε πρώτα κι από επιστήμονες άνθρωποι, με την έννοια του “άνω θρώσκω” δηλαδή του κοιτώ ψηλά, ανυψώνομαι πνευματικά. Ας κοιτάμε ψηλά και ας αναζητούμε ήθος και ύψος στις πράξεις μας. Ας επιδιώκουμε το αδύνατον και ας απελευθερωθούμε από τα κατώτερα ένστικτα της μεταπτωτικής μας φύσης. Το ευτελές, το χθαμαλό και το τιποτένιο δεν έχουν θέση στη ζωή μας. Η νιότη είναι η ευωδία της Αναστάσης, ο ζωηφόρος άνεμος της αλλαγής και της επαναστατικής τόλμης. Αν όμως αφήσουμε αυτό το άλας της γης να μαραθεί τότε δεν μας μένει πια καμία ελπίδα. Η Δημοκρατία, όπως είπε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος σε μια από τις επιγραμματικές του φράσεις, οφείλει την σωτηρία της στο άνθος της Ελληνικής νεότητας. Η Δημοκρατία του μέλλοντος θα είναι η Δημοκρατία των νέων. Ελπίζω ειλικρινά ότι θα χτυπήσουν ξανά των νέων οι καρδιές και θα αιματοδοτήσουν όπως άλλοτε τον πολιτισμό μας.

 

Συγγραφέας: Νίκος Αρβανίτης

Νίκος Αρβανίτης

Ο Νίκος Αρβανίτης είναι διαπιστευμένος διπλωματικός συντάκτης στο Βελιγράδι, παρακολουθεί τις εξελίξεις στη Ν.Α. Ευρώπη από το 1991. Διαχειριστής του KomotiniPress.

Αν σας άρεσε το άρθρο και θέλετε να στηρίξετε τον συγγραφέα μπορείτε να κάνετε μια δωρεά.