Σχέδιο ανάπτυξης για τη Θράκη και όχι ευκαιριακές τοποθετήσεις – Συνέντευξη του Αναστάσιου Λαυρέντζου

Συνέντευξη στο Νίκο Αρβανίτη

Ζητήσαμε από τον συγγραφέα του βιβλίου «Η Θράκη στο μεταίχμιο» Αναστάσιο Λαυρέντζο να μας απαντήσει στα ερωτήματα που πρόσφατα τέθηκαν σε διάφορους πολιτικούς σχετικά με τη Θράκη και τη γενικότερη πολιτική κατάσταση. Επισημαίνεται ότι η συνέντευξη που ακολουθεί βασίζεται στο ερωτηματολόγιο που απηύθυνε ο κ. Συμεών Σολταρίδης στους συνομιλητές του και έδωσε το ερέθισμα στον συγγραφέα κ. Α. Λαυρέντζο να απαντήσει στις ίδιες, χωρίς να εντάσσεται στην έρευνα που διεξήγε ο κ. Σ. Σολταρίδης  .Στη συνέχεια παρουσιάζουμε τις απαντήσεις του. Έχουν ενδιαφέρον, γιατί εκφράζουν τις θέσεις ενός ανθρώπου που γνωρίζει τα θέματα της Θράκης και δεν είναι πολιτικός. Μπορεί δηλαδή να μιλά ελεύθερα χωρίς εκλογικές σκοπιμότητες.

 

Ακολουθεί η συνέντευξη:

Πως σχολιάζετε την παρούσα πολιτική κατάσταση;

Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα σήμερα είναι αβέβαιη και ρευστή όχι μόνο εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης, αλλά κυρίως λόγω του ελλείμματος ηγεσίας το οποίο είναι ορατό σε όλο το πολιτικό φάσμα. Αυτό το έλλειμμα άλλωστε αντανακλά και ο κατακερματισμός του εκλογικού σώματος. Το πολιτικό προσωπικό τόσο στην αρχή όσο και στην εξέλιξη της κρίσης αποδείχτηκε κατώτερο των περιστάσεων με αποτέλεσμα σήμερα η χώρα να έχει περιέλθει σε ένα αδιέξοδο. Νομίζω ότι υπό την πίεση αυτού του αδιεξόδου, με το οποίο η κοινωνία εξακολουθεί να κρατείται σε ομηρία, το πολιτικό σύστημα συνολικά θα οδεύσει προς την περαιτέρω απαξίωσή του. Αυτό πιθανότατα δεν μπορεί να συντελεστεί χωρίς κάποιας μορφής κρίση. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι πολίτες πρέπει να δραστηριοποιηθούν, ώστε αν είναι δυνατόν αυτοί και όχι διάφοροι συστημικοί παράγοντες να προετοιμάσουν το νέο πολιτικό τοπίο, το οποίο κατά τη γνώμη μου θα αφορά τη μεθεπόμενη κυβέρνηση.

Η πολιτική κατάσταση συνδέεται με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Πως θα σχολιάζατε την κατάσταση σήμερα;

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η οικονομική εξασθένηση μιας χώρας συνήθως ανοίγει ποικίλες ορέξεις σε γείτονες και μη. Αυτό ισχύει πολλαπλασίως για μια χώρα όπως η Ελλάδα η οποία αντιμετωπίζει επί δεκαετίες έμπρακτη αμφισβήτηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων από την γείτονα Τουρκία (και όχι μόνο). Η Ελλάδα οφείλει πρωτίστως να σταθεί οικονομικά στα πόδια της, αλλά μέχρι να γίνει αυτό απαιτείται εθνική συνεννόηση και εγρήγορση προκειμένου να διαφυλαχθούν τα εθνικά συμφέροντα. Κρίνοντας όμως από τη συμπεριφορά του πολιτικού κόσμου, φοβάμαι ότι αυτό ακόμη δεν έχει κατανοηθεί…

Πιστεύετε ότι μπορούν να υπάρξουν πολιτικές που θα μειώσουν τις διαφορές μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας;

Πάντα υπάρχουν πολιτικές για όλα, αρκεί κανείς να αναλύει με ρεαλισμό τα δεδομένα, να θέτει στόχους και να έχει τη βούληση να τους πετύχει. Η Τουρκία ασκεί επί δεκαετίες μια αναθεωρητική πολιτική σε Θράκη-Αιγαίο-Κύπρο και αυτό δεν είναι προφανώς αποτέλεσμα παρανοήσεων, αλλά σαφούς και πάγιας σκοποθεσίας. Επομένως θα ήταν τουλάχιστον αφελές να πιστεύουμε ότι μπορούμε να την μεταπείσουμε και εντελώς ανιστόρητο να νομίζουμε ότι ασκώντας πολιτική κατευναυσμού θα μπορούσαμε να κορέσουμε τις επιδιώξεις της. Η Ελλάδα σήμερα οφείλει να βρει άμεσες λύσεις στα αδιέξοδα που δημιουργεί η οικονομική της εξασθένηση, διατηρώντας παράλληλα και σε όποιο βαθμό μπορεί τους συντελεστές ισχύος που τις δίνουν διπλωματικό εκτόπισμα. Μόνο υπό αυτές τις συνθήκες θα μπορούσε να συζητά με την Τουρκία, στην βάση της πάγιας ανάγκης για ύπαρξη επικοινωνίας, αλλά όχι για οποιαδήποτε έκπτωση στα κυριαρχικά της δικαιώματα.

Το τελευταίο διάστημα στη Θράκη κυκλοφορεί μια «κινδυνολογία» και τονίζεται ότι «η Θράκη κινδυνεύει». Συμμερίζεστε αυτή τη λογική;

Η Θράκη υπό τις παρούσες συνθήκες και συσχετισμούς δεν κινδυνεύει. Αν όμως διατηρηθούν οι τρέχουσες τάσεις σε θέματα όπως η οικονομική της καθήλωση, ο δημογραφικός της μαρασμός και η πολιτική εκμετάλλευση της μουσουλμανικής μειονότητας από αλλότριους παράγοντες, σύντομα ίσως τεθεί εν κινδύνω. Από αυτή την άποψη οι κινδυνολογικές τοποθετήσεις που γίνονται για λόγους πολιτικής εκμετάλλευσης ή προσωπικής προβολής πρέπει να απορριφθούν. Εξ ίσου όμως πρέπει να απορριφθούν και οι «καθησυχαστικές» παρεμβάσεις οι οποίες συνειδητά ή από αδικαιολόγητη αφέλεια αγνοούν τα πραγματικά δεδομένα. Εν ολίγοις, χρειάζεται να υπάρξει μια σοβαρή κινητοποίηση για τη Θράκη, η οποία θα πρέπει να καταλήξει πρωτίστως σε ένα συγκροτημένο σχέδιο ανάπτυξης για την περιοχή. Το σχέδιο αυτό θα πρέπει να λάβει υπ’ όψιν και τις δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις που αναδεικνύω στο βιβλίο μου.

Πως θα σχολιάζατε τα αποτελέσματα των τελευταίων ευρωεκλογών όπου το μειονοτικό κόμμα ΚΙΕΦ έλαβε πανελλαδικά 43.000 περίπου ψήφους;

Η ύπαρξη ενός μειονοτικού κόμματος δεν καλύπτει καμία ανάγκη των μουσουλμάνων της Θράκης, οι οποίοι πάντα εκπροσωπούνταν πολιτικά στο ελληνικό κοινοβούλιο. Επί πλέον είναι καταχρηστικό και ανωφελές η μουσουλμανική μειονότητα να αντιμετωπίζεται ως μια απομονωμένη ομάδα του ελληνικού πληθυσμού. Οι Έλληνες μουσουλμάνοι πολίτες σήμερα απολαμβάνουν όλων των δικαιωμάτων τους όσο ίσως καμία άλλη μειονοτική ομάδα στην Ευρώπη. Αυτό βέβαια δεν το λέμε εμείς. Το αποδεικνύουν τα γεγονότα και το αναγνωρίζουν εκθέσεις σημαντικών διεθνών παραγόντων. Επομένως η σπουδή ορισμένων να «μαντρώσουν» τη μειονότητα σε ένα μειονοτικό κόμμα μάλλον θα πρέπει να αντιμετωπισθεί με περίσκεψη όσον αφορά τη σκοποθεσία της. Από τα εκλογικά αποτελέσματα πάντως είναι εμφανές ότι ένα αξιόλογο τμήμα της μειονότητας – ειδικά στην περιοχή της Ξάνθης – δεν ανταποκρίθηκε στα κελεύσματα «γκετοποίησης» που της απευθύνουν κάποιοι. Όλα αυτά πάντως πρέπει να μας προβληματίσουν και ειδικά πρέπει να προβληματίσουν το επίσημο ελληνικό κράτος, το οποίο οφείλει περισσότερο από ποτέ να εγκαταλείψει την αποσπασματική πολιτική που επί δεκαετίες ασκεί στη Θράκη. Και αυτό αφορά τόσο τη μουσουλμανική μειονότητα όσο και την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής που είναι η βασική προϋποθέση για την εξομάλυνση όλων των προβλημάτων.

Ποια η γνώμη σας για την υφιστάμενη μειονοτική πολιτική που εφαρμόζει η χώρα μας; Θα μπορούσε να υπάρξει σε κάποιους τομείς βελτίωση ή διαφοροποίηση;

Η Ελλάδα σήμερα σέβεται εμπράκτως τα δικαιώματα της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη. Αυτό που θα πρέπει όμως να προσέξει είναι η προσπάθεια που καταβάλλεται από γνωστούς κύκλους για την ομογενοποίηση της μειονότητας και για την αποξένωση της από την ελληνική κοινωνία. Η κατασκευή ταυτοτήτων από αλλότριους παράγοντες με σκοπό την «εργαλειοποίηση» της μειονότητας είναι μια απαράδεκτη πρακτική που πρέπει να αντιμετωπισθεί με τη δέουσα αποφασιστικότητα .

Ποια είναι η γνώμη σας για τα δίγλωσσα νηπιαγωγεία;

Βασικό πρόβλημα της μειονότητας είναι το χαμηλό σε σχέση με τον εθνικό μέσο όρο μορφωτικό της επίπεδο. Αυτό είναι το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού παραγόντων (τους οποίους αναλύω στο βιβλίο μου) αλλά κυρίως της δυσκολίας να επιτευχθεί ικανοποιητική εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στα μειονοτικά σχολεία. Από την άποψη αυτή η λειτουργία ελληνόγλωσσων νηπιαγωγείων αποτελεί ένα διορθωτικό μέτρο, το οποίο μπορεί να αντισταθμίσει την άγνοια της ελληνικής γλώσσας με την οποία συνήθως οι μουσουλμανόπαιδες εισέρχονται στο δημοτικό σχολείο – στοιχείο το οποίο αποτελεί βασικό αίτιο μαθησιακής καθήλωσης στα επόμενα χρόνια. Όσοι λοιπόν αληθινά νοιάζονται για τη μειονότητα θα έπρεπε να στηρίζουν την ύπαρξη των ελληνόγλωσσων νηπιαγωγείων. Μέσω αυτών δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για ικανοποιητική ελληνομάθεια ώστε τα μέλη της μειονότητας να έχουν ίσες ευκαιρίες προσωπικής και επαγγελματικής ανέλιξης μέσα στην ελληνική κοινωνία. Όσοι υποστηρίζουν τη λειτουργία δίγλωσσων μειονοτικών νηπιαγωγείων, απλώς επιδιώκουν να επεκτείνουν τα προβλήματα του μειονοτικού σχολείου «γκέτο» στο νηπιαγωγείο. Δεν λαμβάνουν δηλαδή υπ’ όψιν αυτό που και η ίδια η μειονότητα μας λέει με ιδιαίτερα ηχηρό τρόπο: τα τελευταία χρόνια το 1/3 των μειονοτικών μαθητών επιλέγουν να φοιτούν στα δημόσια ελληνικά σχολεία, επειδή ακριβώς οι οικογένειές τους απορρίπτουν τα κελεύσματα απόμονωσης που κάποιοι τους απευθύνουν.

Αντί της «κινδυνολογίας» που κυκλοφορεί, εσείς τι θα προτείνατε για την ηρεμία της περιοχής;

Προσωπικά έχω καταθέσει στο βιβλίο μου «Η Θράκη στο μεταίχμιο» μια πλήρη πρόταση για την εφαρμογή ενός δομημένου αναπτυξιακού σχεδίου στη Θράκη. Το σχέδιο αυτό βασίζεται στην αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων της Θράκης στο πλαίσιο στοχευμένων παρεμβάσεων πέρα από τις λογικές των ΕΣΠΑ και των λεγόμενων Ειδικών Οικονομικών Ζωνών (ΕΟΖ). Πρέπει επί τέλους να εγκαταλείψουμε αυτά τα προγράμματα «ασαφούς διάχυσης» των πόρων χωρίς σχεδιασμό και συχνά χωρίς επαρκή έλεγχο της χρήσης τους. Ζητούμενο είναι η δημιουργία διεθνώς ανταγωνιστικών δομών σε συγκεκριμένους τομείς, όπως η πρωτογενής παραγωγή σε συνδυασμό με μια μεταποιητική βιομηχανία, η αξιοποίηση του τουριστικού δυναμικού της Θράκης, η αξιοποίηση με σεβασμό στο περιβάλλον του ορυκτού της πλούτου και κυρίως η αξιοποίηση της στρατηγικής της θέσης. Ειδικά το τελευταίο και το οποίο αφορά την αξιοποίηση της Αλεξανδρούπολης ως αφετηρίας μιας παρακαμπτήριας διαδρομής των στενών του Βοσπόρου είναι ζήτημα κομβικής σημασίας. Σχετικά εντύπωση προκαλεί ότι το θέμα αυτό δεν έχει αναδειχτεί ακόμη σε ζήτημα άμεσης προτεραιότητας, με αποτέλεσμα π.χ. να είναι ακόμη ζητούμενο η σύνδεση του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης με το βασικό σιδηροδρομικό δίκτυο. Αντιθέτως, πρόσφατα (δηλαδή προεκλογικά) εξαγγέλθηκαν φαραωνικά έργα αναβάθμισης των σιδηροδρόμων της ΑΜΘ χωρίς να διευκρινιστεί το στοιχειώδες: αν οι σιδηρόδρομοι αυτοί θα διακινούν κάποια ντόπια παραγωγή ή την παραγωγή της γείτονος Τουρκίας προς την Ευρώπη…

Υπάρχει κάποιο άτομο που θα μπορούσε να είναι κοινά αποδεκτό από όλα τα κόμματα για την προεδρία της Δημοκρατίας;

Δυστυχώς στην παρούσα φάση με τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, δεν μπορούμε να κρίνουμε τα θέματα εν κενώ. Αυτό σημαίνει ότι η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας ήδη έχει αναδειχθεί σε ένα ζήτημα μείζονος πολιτικής, το οποίο θα αποφασισθεί με άλλα κριτήρια από εκείνα της καταλληλότητας των προσώπων. Αυτό που πάντως πρέπει να μας λυπεί περισσότερο είναι ότι οι χειρισμοί που έγιναν για μια ακόμη φορά αποκλείουν την αναθεώρηση του Συντάγματος, με αποτέλεσμα να χάνεται όχι μόνο η ευκαιρία ενός θεσμικού εκσυγχρονισμού που τον έχει ανάγκη η χώρα, αλλά και να διαιωνίζονται διατάξεις όπως ο διαβόητος «νόμος περί ευθύνης υπουργών». Είναι και αυτό ένα από τα ζητήματα που θέτουν εν αμφιβόλω την ειλικρίνεια του πολιτικού συστήματος για το πόσο θέλει να σώσει τη χώρα ή να περισώσει προνόμια και δομές που το ίδιο δημιούργησε.

Νίκος Αρβανίτης