Ρεαλιστική ελληνική διπλωματία ή κυριαρχία ιδεολογικών αγκυλώσεων ;

Η οικονομική αβεβαιότητα πλήττει σε πολύ μεγάλο βαθμό το διεθνές προφίλ, την αξιοπιστία και την εξωτερική πολιτική της χώρας μας και μέχρι στιγμής η νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝ.ΕΛ εμφανίζεται να μην έχει ένα διπλωματικό σχεδιασμό και να επικεντρώνεται κυρίως στη δημιουργία εντυπώσεων παρά σε μια πολιτική ουσίας. Όμως οφείλουμε να επισημάνουνε ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική παρουσιάζει διαχρονικά έλλειψη κοινής στρατηγικής εξαιτίας της διαφορετικής προσέγγισης των εκάστοτε κυβερνήσεων των Αθηνών, συγκεκριμένα των μεταπολιτευτικών ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, όπου και είχαν τη διακυβέρνηση της χώρας για δεκαετίες

Ωστόσο η προηγούμενη συγκυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ είχε υιοθετήσει μια εξωτερική πολιτική με επίκεντρο την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων στη νοτιοανατολική Μεσόγειο που βασίζονταν στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας και στην περιφερειακή απομόνωση της Τουρκίας. Η εκμετάλλευση των αποθεμάτων φυσικού αέριου της κυπριακής και ισραηλινής ΑΟΖ και η μεταφορά τους προς την ευρωπαϊκή αγορά, η αποτροπή της επέκτασης του Ισλαμικού Κράτους σε Ιράκ και Συρία (ISIS) στη Μεσόγειο και η αντιμετώπιση της τουρκικής προκλητικότητας συνεχίζουν να αποτελούν κοινό στόχο για Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ και Αίγυπτο.

Παράλληλα η κυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ είχε επικρίνει τη ρωσική στάση στην ουκρανική κρίση που έχει διαρρήξει τις σχέσεις ΗΠΑ και Ρωσίας. Οι δυο μεγάλες δυνάμεις επαναφέρουν ψυχροπολεμικές μνήμες και εντείνουν τον ανταγωνισμό για την επιρροή σε χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης καθώς και σε άλλες περιοχές με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα. Στο πλαίσιο αυτό η ρωσική «διπλωματία των αγωγών» επιδιώκει να εξελιχθεί σε πόλο έλξης για χώρες των Βαλκανίων με το προτεινόμενο ρωσο-τουρκικό αγωγό φυσικού αερίου (Turkish Stream) που έχει στόχο να υπονομεύσει την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια που αποβλέπει στη μείωση της εξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Το ερώτημα που εγείρεται είναι το τι θα κάνει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αν θα ακολουθήσει μια ρεαλιστική εξωτερική πολιτική ή θα παρασυρθεί από ιδεολογικές αγκυλώσεις. Η προηγούμενη κυβέρνηση επένδυε μαζί με την Κύπρο σε μια συμμαχία με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, δύο χώρες που είναι δεν είναι συμπαθείς στους κύκλους της Αριστεράς που ταυτίζονται με τις πολιτικές των ισλαμιστικών κινημάτων της Χαμάς και της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. To Ισραήλ επικρίνεται για τις σκληροπυρηνικές πολιτικές που ασκεί εναντίον των παλαιστίνιων της Γάζας που ελέγχεται από τη Χαμάς και η Αίγυπτος μετά την ανατροπή του πρώτου ισλαμιστή προέδρου Μοχάμεντ Μόρσι της Μουσουλμανικής Αδελφότητας από το νυν πρόεδρο, τον στρατηγό Αλ – Σίσι, θεωρείται ένα δικτατορικό καθεστώς.

Η νέα κυβέρνηση της Αθήνας οφείλει να κατανοήσει ότι πρέπει να συνάψει συμμαχίες που θα διασφαλίζουν τα εθνικά συμφέροντα και θα ενισχύσουν το γεωπολιτικό της ρόλο με βάση της θέσης μέσα στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Μια συμμαχία στο τομέα της ενέργειας και της ασφάλειας με Κύπρο, Ισραήλ, Αίγυπτο ενισχύει την ελληνική εξωτερική πολιτική από τη στιγμή που την εντάσσει σε ένα άξονα με ευρωπαϊκό προσανατολισμό και με έντονη ανησυχία για την ηγεμονική συμπεριφορά της Τουρκίας και τις σχέσεις με της με το ISIS. Ο προτεινόμενος αγωγός East Med Pipeline  προασπίζει τα εθνικά συμφέροντα Ελλάδας- Κύπρου και Ισραήλ που ταυτίζονται με την ενεργειακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς επιδιώκει να περιορίσει την ενεργειακή εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο. Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει το σχέδιο για μια ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια στο πλαίσιο του ανταγωνισμού της με τη Μόσχα για τον έλεγχο πηγών και των οδών μεταφοράς ενεργείας στην περιοχή της Ευρασίας. Το Ισραήλ αναμένει δείγματα γραφής από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα για το αν προτίθεται να συνεχίσει τη στρατηγική συνεργασία σύμφωνα με συνέντευξη στην Καθημερινή του ισραηλινού αναλυτή Ζβι Μπαρέλ.

Παράλληλα η αποτροπή της απειλής του ISIS στη νοτιοανατολική Μεσόγειο γίνεται ακόμα πιο επιβεβλημένη καθώς η ισλαμική εξτρεμιστική οργάνωση επεκτάθηκε στη Λιβύη. Το έδαφος της Λιβύης σύμφωνα με έρευνα του βρετανικού Κέντρου Ερευνών Quilliam πρόκειται να χρησιμοποιήσει το ISIS για «εισβάλει» στη νότια Ευρώπη, αξιοποιώντας τους χιλιάδες λαθρομετανάστες που διασχίζουν την Μεσόγειο. Οι σχέσεις Τουρκίας και ISIS προβληματίζουν τους διεθνείς και περιφερειακούς δρώντες της Μέσης Ανατολής. Να αναφέρουμε ότι η κυβέρνηση της Λιβύης κατηγορεί την Άγκυρα ότι υποστηρίζει τους ισλαμιστές εξτρεμιστές ανακοίνωσε ότι επανεξετάζει όλες τις συμβάσεις δημοσίων έργων με τις ξένες εταιρείες, και απομακρύνει τις τουρκικές εταιρείες από τα κρατικά έργα.

Η στάση της νέας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝ.ΕΛ φαίνεται να  διαφοροποιείται και αναφορικά και με τις σχέσεις ΕΕ και Μόσχας καθώς η πρώτη κίνηση ήταν να αμφισβητήσει ένα ανακοινωθέν της ΕΕ για επέκταση κυρώσεων κατά της Ρωσίας εξαιτίας της στάσης που υιοθέτησε στην ουκρανική κρίση. Η κυβέρνηση της Αθήνας επιχειρεί να παίξει ένα επικοινωνιακό παιχνίδι εμφανίζοντας τη Ρωσία ως αντίβαρο απέναντι στην ΕΕ ενόψει των κρίσιμων διαπραγματεύσεων στο Eurogroup. Όμως δεν πρέπει να λησμονεί ότι η Ελλάδα είναι πλήρες κράτος – μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και ότι η ένταξη σε πολιτικές, οικονομικές συμμαχίες απορρέει δικαιωμάτων αλλά και υποχρεώσεων.

Η ΕΕ καταδίκασε τη ρωσική παρέμβαση στην κρίση της Ουκρανίας και στο πλαίσιο αυτό επέβαλλε και τις κυρώσεις. Οι ρωσικές μειονότητες μετατρέπονται πλέον σε ένα ισχυρό όπλο του Κρεμλίνου. Ο Πούτιν αποδεικνύει ότι έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τις ρωσικές μειονότητες για να ασκήσει πίεση στις κυβερνήσεις των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών που θεωρεί ότι παραδοσιακά ανήκουν στη ρωσική σφαίρα επιρροής. Η ενίσχυση των σχέσεων των ρώσων της διασποράς με τη μητέρα Ρωσία αποτελεί άμεση προτεραιότητα για τη Μόσχα. Την ίδια στιγμή οι μουσουλμανικές μειονότητες των Βαλκανίων αποτελούν βασική προτεραιότητα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και η Θράκη έχει γίνει στο πλαίσιο αυτό κύριο πεδίο δράσης της τουρκικής διπλωματίας. Οι εθνομηδενιστικές απόψεις και η ταύτιση με την πολιτική του Πούτιν στην Ουκρανία δεν είναι και ότι καλύτερο για τα εθνικά μας συμφέροντα.

Φυσικά ακόμα είναι νωρίς να κρίνουμε τους χειρισμούς της νέας κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα διότι δεν έχει δοκιμαστεί σε μια κρίση. Όμως μπορούμε να προβούμε σε επισημάνσεις με βάση τα προεκλογικά δείγματα γραφής της. Επίσης περιμένουμε να δούμε και πως θα εξελιχθεί η συγκυβέρνηση των δυο αντίθετων ιδεολογικών κομμάτων ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛ από τη στιγμή που οι ΑΝ.ΕΛ έχουν θέσει και κάποιες «κόκκινες γραμμές».

Γιώργος Ξ. Πρωτόπαπας